Ήταν πράγματι η 25η Μαρτίου η μέρα που ξεκίνησε το πανηγύρι της Επανάστασης, όπως μας μάθαιναν στα σχολειά; Ή μήπως η Ιστορία, αυτή η αιώνια «κυρία» που μας κοιτάζει με ειρωνικό χαμόγελο, είχε άλλα σχέδια και άλλους πρωταγωνιστές στο παρασκήνιο;
Ακούστε, το establishment έχει τους δικούς του μύθους. Και ο μύθος της 25ης Μαρτίου στην Αγία Λαύρα, όπως πρώτος ο Σπυρίδων Τρικούπης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ξεκαθάρισαν, ήταν ακριβώς αυτό: ένας ωραίος, αλλά αβάσιμος θρύλος. Στις 25 Μαρτίου του 2026, 205 χρόνια μετά το υποτιθέμενο ξεκίνημα, θυμόμαστε πώς φτάσαμε στο 1830 και στο πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η καθιέρωση της εθνικής εορτής ήρθε από τον Όθωνα, το μακρινό 1838. Όλα, βλέπετε, έχουν το δικό τους timing και τη δική τους πολιτική διάσταση.
Και μια και πιάσαμε τους «μύθους» και τις «αλήθειες», ας δούμε και τον ρόλο της Εκκλησίας. Πολλοί σήμερα βολεύονται με την εικόνα του «ήσυχου» κλήρου, αλλά η αλήθεια είναι πιο σύνθετη και πιο σκληρή. Ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος έλαβε από τον Μωάμεθ Β’ προνόμια που έκαναν την Εκκλησία ένα κράτος εν κράτει – ένα πραγματικό power play. Οι Πατριάρχες και οι κατά τόπους Επίσκοποι ήταν σαν τοπάρχες, με δικαστικά, διοικητικά, ακόμη και φορολογικά δικαιώματα. Αυτό το «άβατο» που δημιούργησαν οι Οθωμανοί – ειρωνεία της Ιστορίας – ήταν που επέτρεψε την πνευματική αναγέννηση και τη συντήρηση εθνικών δυνάμεων. Οι κληρικοί, οι μόνοι μορφωμένοι στις σκοτεινότερες περιόδους, ήταν ο συνδετικός κρίκος με τον λαό. Και όταν ξεκίνησε το μεγάλο ξεσηκωμό, δεν δίστασαν να πληρώσουν βαρύ τίμημα.
Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ – που ο ανθέλληνας Μέτερνιχ χαρακτήρισε «προμελετημένη πράξη τρόμου» και ο Αυστριακός αυτοκράτορας Φραγκίσκος συνέκρινε με τον Πάπα – οι αποκεφαλισμοί Κύπριων Αρχιερέων, οι σφαγές σε Δέρκων, Αδριανουπόλεως, Τυρνόβου, Θεσσαλονίκης… Όλα αυτά δείχνουν ότι το «bed of roses» δεν υπήρχε για κανέναν, πόσο μάλλον για τους leading figures του Γένους. Και οι Τούρκοι, που σήμερα μιλούν για Τριπολιτσά, μάλλον ξεχνάνε τις «πυραμίδες» κεφαλιών Ελλήνων που έφτιαχναν τότε – μια πραγματική shock and awe τακτική τρόμου.
Πάμε όμως τώρα στα «μεγάλα παιχνίδια», στις στρατιωτικές αναμετρήσεις που έκριναν την τύχη ενός ολόκληρου έθνους. Τα Δερβενάκια, τον Ιούλιο του 1822. Εδώ, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά, έδειξε γιατί ήταν ο αναμφισβήτητος στρατιωτικός ηγέτης. Μετά την αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη, ο σουλτάνος έστειλε τον «ικανότατο» και «άκρως επικίνδυνο» Χουρσίτ, αυτόν που έστειλε το κεφάλι του Αλή Πασά πεσκέσι στην Πύλη – ένα πραγματικό power move. Αλλά ο Χουρσίτ έπεσε σε δυσμένεια, κατηγορούμενος για κατάχρηση των θησαυρών του Αλή Πασά – από τα 500.000 γρόσια εκτιμώμενης αξίας, μόνο 40.000 έφτασαν στην Πύλη. Ποιος ανέλαβε; Ο Δράμαλης, Μαχμούτ Πασάς, γεννημένος στη Δράμα το 1780.
Ένας «εκλεκτός» της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του τότε Μεγάλου Βεζίρη Χαλέτ, με επιρροή και γρήγορη ανέλιξη σε σερασκέρη, τον αρχιστράτηγο. Ο στρατός του Δράμαλη; Ένα πραγματικό army, 25.000-30.000 άνδρες, με 3/4 έφιππους Αλβανούς. Κατέστρεψε τη Θήβα, πήρε τον Ακροκόρινθο. Εκεί, ο φρούραρχος Ιάκωβος Θεοδωρίδης – από διάκονος ταξίαρχος, τι να πεις για την καριέρα; – εγκατέλειψε «αισχρώς» κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, αφού πρώτα διέταξε να σκοτώσουν τον αιχμάλωτο Κιαμήλ Μπέη, και αυτοκτόνησε αργότερα από τον στιγματισμό. Ο Δράμαλης, ο «έμπειρος» πασάς, παντρεύτηκε τη χήρα του Κιαμήλ Μπέη για τους αμύθητους θησαυρούς του – τι πιο insider από αυτό; Ο Κολοκοτρώνης, όμως, δεν ήταν χθεσινός.
Οργάνωσε την άμυνα, απέκοψε τους Τούρκους από τα εφόδια και τους εξουθένωσε. Στις 26 Ιουλίου 1822, στα Δερβενάκια, η πανωλεθρία των Τουρκαλβανών ήταν πρωτοφανής. 2.500-3.000 νεκροί, με κάποιες πηγές, όπως ο Α. Φραντζής, να μιλούν για 8.000! Ο Νικηταράς και ο Αντώνης Κολοκοτρώνης πρωταγωνίστησαν σε ένα πραγματικό «βατερλό». Ο Δράμαλης; Πέθανε από τον καημό ή τύφο τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 1822, αποκλεισμένος στην Κορινθία. Και ο Χουρσίτ, ο «ικανότατος» που θα έσωζε την κατάσταση, αποκεφαλίστηκε – έδωσε δηλητήριο, αλλά το κεφάλι του κόπηκε posthumously. Talk about dedication to duty, ακόμα και στο θάνατο!
Και μετά ήρθε το Μεσολόγγι, η Έξοδος του Απριλίου του 1826. Ένα έπος που συγκλόνισε την Ευρώπη. Ο Κιουταχής Μεχμέτ Ρεσίτ με 30.000 Τούρκους, απέναντι σε 4.000 άνδρες – εκ των οποίων 1.000 σε προχωρημένη ηλικία – και 12.000 γυναικόπαιδα. Η εφημερίδα του Ελβετού Μάγερ έδινε το pulse της πολιορκίας μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 1826, οπότε μια βόμβα γκρέμισε το τυπογραφείο. Ο Κιουταχής ζήτησε παράδοση, οι Έλληνες αρνήθηκαν. Αποκλεισμός από στεριά και θάλασσα από τους στόλους του Χοσρέφ και του Γιουσούφ Πασά.
Ο ελληνικός στόλος των Μιαούλη και Σαχτούρη, με 40 πλοία, έσπασε τον αποκλεισμό στις 3 Ιουνίου, έφερε τρόφιμα, ανέβασε το ηθικό. Ενισχύσεις Σουλιωτών του Κίτσου Τζαβέλα έφτασαν στις 7 Αυγούστου. Αλλά το σκηνικό άλλαξε δραματικά με την άφιξη του Ιμπραήμ και πάνω από 15.000 Αιγυπτίων στα τέλη του 1825. Ο κανονιοβολισμός ήταν απάνθρωπος – 2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο! Η πείνα θέριζε, έτρωγαν σκυλιά, γάτες, ποντίκια. Η Έξοδος ήταν η μόνη λύση.
Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, οι δυνάμεις οργανώθηκαν σε τρία σώματα, υπό την αρχηγία των Νότη Μπότσαρη, Δημητρίου Μακρή και Κίτσου Τζαβέλα, με τα γυναικόπαιδα στη μέση. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υποσχέθηκε αντιπερισπασμό από τον Ζυγό, αλλά ένας αυτόμολος Βούλγαρος πρόδωσε τα σχέδια στον Ιμπραήμ. Το αποτέλεσμα; Σφαγή. Ο άνισος αγώνας ήταν συντριπτικός. 1.300 μαχητές και εκατό γυναικόπαιδα διέφυγαν. 2.000 άνθρωποι κάηκαν στις πυριτιδαποθήκες, 3.000 σφαγιάστηκαν, 1.000 αιχμαλωτίστηκαν. Μέσα σε όλα, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ και ο Ιάκωβος Μάγερ βρήκαν φρικτό θάνατο. Η τραγωδία ήταν τρομακτική, αλλά ο απόηχός της στην Ευρώπη ήταν καταλυτικός. Ο φιλελληνισμός φούντωσε, οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες δέχθηκαν πίεση – το public opinion είχε πάρει φωτιά. Ο Ιμπραήμ, πέντε χρόνια μετά, το 1831, συνέτριψε τον Κιουταχή. Το ultimate back up, η Ιστορία το έγραψε.
Και φτάνουμε στο μεγάλο φινάλε, τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου 1827. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτή η ναυμαχία έσωσε την Επανάσταση, αλλά το κείμενο ξεκαθαρίζει: ο Αγώνας δεν ήταν «τελειωμένος». Ο Ιμπραήμ μεν τρομοκρατούσε τον Μοριά, κατέστρεφε, σκλάβωνε, αλλά οι Μανιάτες του έδωσαν ηχηρά μαθήματα (Βέργα, Πολυάραβος, Διρός), ο Κολοκοτρώνης με «φωτιά και τσεκούρι» περιόριζε τους προσκυνημένους, και οι Τόμας και Άστιγξ βύθιζαν τουρκικά πλοία στην Ιτέα στις 17-18 Σεπτεμβρίου 1827.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις – Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι – με τους πρεσβευτές τους (Στράτφορντ Κάνινγκ, Ριμποπιέρ, Γκιγιομινέ) στην Κωνσταντινούπολη, έπαιξαν το δικό τους παιχνίδι. Ανακοίνωσαν «ειρηνικό αποκλεισμό» στις 9 Σεπτεμβρίου 1827. Ο Κόδριγκτον, ο Δεριγνί, και αργότερα ο Χέιδεν, οι ναύαρχοι που έμελλε να γράψουν ιστορία. Ο Ιμπραήμ ζήτησε 20ήμερη προθεσμία, προσπάθησε να στείλει εφόδια στην Πάτρα – ο Κόδριγκτον τον εμπόδισε. Όταν έληξε η προθεσμία στις 3 Οκτωβρίου 1827, οι σύμμαχοι αγκυροβόλησαν έξω από τη Σφακτηρία. Η επιστολή του Κολοκοτρώνη, που μιλούσε για «γενοκτονία» στη Μεσσηνία, τους ώθησε σε δράση.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου. Ένα τουρκικό πυρπολικό πλησιάζει το βρετανικό πλοίο «Darmouth», ο υποπλοίαρχος Φίτσροϊ σκοτώνεται. Η γαλλική ναυαρχίδα «Sirene» χτυπιέται από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Εσμίνα». Ο Κόδριγκτον έστειλε αντιπροσωπεία να τους πει ότι δεν ήθελαν σύγκρουση, αλλά… να γυρίσουν στις βάσεις τους. Οι Αιγύπτιοι απάντησαν με τη δολοφονία του Έλληνα πλοηγού του Κόδριγκτον, Πέτρου Μικέλη. Και τότε, έγινε το μπαμ. Η ναυαρχίδα «Asia» βύθισε την αιγυπτιακή ναυαρχίδα. Η ρωσική μοίρα έφτασε, ο ενθουσιασμός ανέβηκε στα ύψη. Γύρω στις 6 μ.μ., ήταν όλα τελειωμένα.
60 από τα 89 τουρκοαιγυπτιακά πλοία βυθίστηκαν ή καταστράφηκαν, 15 στα ρηχά. 6.000 νεκροί Τούρκοι και Αιγύπτιοι. Από τους Συμμάχους; Κανένα βυθισμένο, αλλά 272 Άγγλοι, 185 Γάλλοι, 198 Ρώσοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Ο Κόδριγκτον, ο αρχιτέκτονας αυτής της νίκης, έπεσε σε δυσμένεια. Οι Άγγλοι δεν ήθελαν πλήρη σύγκρουση, φοβούμενοι την άνοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Τον ανακάλεσαν στις 4 Ιουνίου 1828, παρά τις προσπάθειές του να αποδείξει ότι δεν παραβίασε εντολές. Τελικά, η πατρίδα του τον τίμησε το 1839, αλλά το «establishment» είχε τις επιφυλάξεις του. Οι Γάλλοι πανηγύρισαν, οι Ρώσοι απέδειξαν την ναυτική τους δύναμη. Και οι Αυστριακοί; Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος το χαρακτήρισε «δολοφονία», ο Μέτερνιχ μίλησε για «γενικό χάος». Αλλά η Ιστορία είχε γραφτεί.
Η Πύλη το έμαθε με δεκαήμερη καθυστέρηση, στις 29 Οκτωβρίου 1827, και ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ περιορίστηκε σε απειλές την 1η Νοεμβρίου. Ήξερε, βλέπετε, ότι νέες θηριωδίες θα σήμαιναν πόλεμο με τη μισή Ευρώπη. Το realpolitik σε όλο του το μεγαλείο.
Λοιπόν, ο ελληνικός αγώνας για την ελευθερία ήταν ένα μωσαϊκό από ηρωισμό, προδοσίες, διπλωματικές ίντριγκες και αναπάντεχες συμμαχίες. Από τα Δερβενάκια μέχρι το Ναυαρίνο, η κάθε στιγμή ήταν ένα μάθημα. Και αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, ποια «τριλογία» του σήμερα ετοιμάζεται να γράψει το δικό της, ανεξίτηλο στίγμα;

