Η Παρί Σεν Ζερμέν, υπό την καθοδήγηση του Ισπανού προπονητή Λουίς Ενρίκε, εξασφάλισε την πρόκριση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, μετά την ισοπαλία 1-1 με την Μπάγερν Μονάχου στο Μόναχο. Η πρόκριση αυτή, η οποία έπεται εκείνης της Άρσεναλ του Μικέλ Αρτέτα (που έφτασε στη Βουδαπέστη αήττητη), σηματοδοτεί μια ιστορική πρωτιά: για πρώτη φορά δύο Ισπανοί προπονητές θα αναμετρηθούν στον τελικό της διοργάνωσης. Η Παρί Σεν Ζερμέν φαντάζει ως ομάδα διαφορετικού επιπέδου.
Ο Λουίς Ενρίκε φαίνεται να έχει αναβιώσει μια εκδοχή ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου. Ενώ στο παρελθόν τέτοιες τακτικές, όπου όλοι οι παίκτες συμμετέχουν εναλλάξ τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση, χωρίς διακριτούς ρόλους, ήταν χαρακτηριστικές ομάδων όπως ο Άγιαξ, πλέον αποτελούν βασικά στοιχεία του σύγχρονου παιχνιδιού. Στο Allianz Arena, όπου πέρυσι η Παρί νίκησε εμφατικά την Ίντερ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, η πρωταθλήτρια Γαλλίας επέδειξε ένα θεαματικά ολοκληρωμένο ποδόσφαιρο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ολοκληρωτικό».
Η Παρί Σεν Ζερμέν λειτούργησε ως μια μηχανή, με τους παίκτες της να αμύνονται συλλογικά και να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για επίθεση. Παρά το γεγονός ότι η Μπάγερν διατήρησε την κατοχή της μπάλας σε ποσοστό 60%, ο τερματοφύλακας των Γερμανών, Μάνουελ Νόιερ, αναδείχθηκε ο κορυφαίος του αγώνα, πραγματοποιώντας τουλάχιστον πέντε κρίσιμες επεμβάσεις.
Η Παρί Σεν Ζερμέν αντιμετώπισε την Μπάγερν στην έδρα της, η οποία χαρακτηρίζεται ως απόρθητη, με τους πρωταθλητές Γερμανίας να διατηρούν ένα μεγάλο σερί νικών και να έχουν πραγματοποιήσει αρκετές ανατροπές φέτος. Ωστόσο, οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να μεταβάλουν τον ρυθμό τους απέναντι στο οργανωμένο σύστημα του Ενρίκε, δείχνοντας ολοένα και πιο προβλέψιμοι με την πάροδο του χρόνου. Στα άκρα, ο Ολισέ αντιμετώπισε διπλή πίεση, ενώ ο Λουίς Ντίαζ δυσκολεύτηκε από τον Εμερί, ο οποίος αγωνίστηκε ως δεξιός μπακ για πρώτη φορά σε τόσο σημαντικό παιχνίδι με εξαιρετική απόδοση. Ο Χάρι Κέιν εξουδετερώθηκε από τους Πάτσο και Μαρκίνιος, με αποτέλεσμα η επιθετική λειτουργία της Μπάγερν να μην είναι αποτελεσματική και να μην υπάρχει περιθώριο ανατροπής. Μόνο στις καθυστερήσεις, ο Κέιν κατάφερε να σκοράρει, εξασφαλίζοντας μια ισοπαλία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως πικρή.
Ο αγώνας δεν είχε την ίδια συναρπαστική εξέλιξη με τον πρώτο, κάτι που οφείλεται στο γρήγορο γκολ της Παρί. Οι Γάλλοι προηγήθηκαν χάρη σε μια συνεργασία των Κβαρατσχέλια και Φαμπιάν Ρουίς, την οποία ολοκλήρωσε ο Ντεμπελέ. Η επιλογή του καλύτερου παίκτη από την ομάδα του Ενρίκε ήταν δύσκολη. Ο Ντεμπελέ επέδειξε απόδοση αντάξια κατόχου Χρυσής Μπάλας, ενώ ο Κβαρατσχέλια προκάλεσε τον θαυμασμό με την ασταμάτητη παρουσία του ως εξτρέμ. Ο 20χρονος Ντουέ εντυπωσίασε με την ευελιξία του στην επίθεση, αναλαμβάνοντας διάφορους ρόλους. Οι μέσοι της Παρί (Βιτίνια, Νέβες, Ρουίς) χαρακτηρίστηκαν ως μία από τις αρμονικότερες τριάδες στα ευρωπαϊκά γήπεδα, συμβάλλοντας σε όλους τους τομείς. Οι αμυντικοί ήταν άψογοι, με τον Πάτσο να ανακηρύσσεται MVP του αγώνα. Παρόλα αυτά, η Μπάγερν εξέφρασε έντονα και δικαιολογημένα παράπονα.
Το γερμανικό περιοδικό «Κίκερ» χαρακτήρισε την πρόκριση της Παρί «σκάνδαλο», εκφράζοντας, μαζί με τους φιλάθλους της Μπάγερν, κατηγορίες κατά του Πορτογάλου διαιτητή Πινέιρο για δύο φάσεις: τη μη αποβολή του Μεντί για χέρι (καθώς θα ήταν δεύτερη κίτρινη κάρτα) και τη μη καταλόγηση πέναλτι σε βάρος του Νέβες για χέρι. Στην πρώτη περίπτωση, ο διαιτητής είχε σταματήσει το παιχνίδι πριν από το χέρι του Μεντί, δίνοντας φάουλ σε βάρος της Μπάγερν, κάτι που του παρέχει ένα άλλοθι. Ωστόσο, για τη μη καταλόγηση πέναλτι σε βάρος του Νέβες, απαιτούνται περισσότερες εξηγήσεις, καθώς η απόφασή του φαντάζει λανθασμένη.
Για την αξιολόγηση της επίμαχης φάσης ζητήθηκε η γνώμη δύο Ελλήνων, μη εν ενεργεία, διαιτητών. Ο πρώτος υποστήριξε ότι ο Πινέιρο έσφαλε και έπρεπε να καταλογίσει πέναλτι, αποδίδοντας μάλιστα δόλο και στη φάση της μη αποβολής του Μεντί, θεωρώντας ότι ο καταλογισμός φάουλ εις βάρος των Γερμανών ήταν μια προσπάθεια συγκάλυψης. Ο δεύτερος διαιτητής παρέθεσε τους κανονισμούς της IFAB, σύμφωνα με τους οποίους δεν υπάρχει πέναλτι αν η μπάλα καταλήξει σε χέρι αμυνόμενου, προερχόμενη από εξοστρακισμό από το σώμα, το κεφάλι ή το πόδι συμπαίκτη που βρίσκεται κοντά, καθώς θεωρείται «απρόσμενη μπάλα» και δεν υφίσταται πρόθεση ή υπαιτιότητα του παίκτη. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο παίκτης της Παρί απομάκρυνε την μπάλα κανονικά από τα πόδια του, χωρίς εξοστρακισμό ή κόντρα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Μπάγερν αδικήθηκε. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί ωστόσο μικρή παρηγοριά για τους Βαυαρούς.
