Ο πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, σε μια συνέντευξη με τον Ρίο Φέρντιναντ στο πλαίσιο της σειράς «Rio Ferdinand Presents» που δημοσιεύτηκε στο Youtube, αναφέρθηκε σε αναμνήσεις και προσωπικές εμπειρίες, εστιάζοντας στον Ντιέγκο Μαραντόνα και τη ζωή του μετά το ποδόσφαιρο.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του σχετικά με τον Ντιέγκο Μαραντόνα, όταν ο Μπατιστούτα εξέφρασε την άποψη ότι ο Μαραντόνα «πέθανε μόνος» και «σαν σκυλί», προσθέτοντας πως «κανείς δεν ήταν μαζί του». Διευκρίνισε ότι «δεν έφταιγε κανείς», υποδεικνύοντας ωστόσο ένα περιβάλλον χωρίς όρια κατά τη νεανική ηλικία του Μαραντόνα, όπου «κανείς δεν του έλεγε όχι», χαρακτηρίζοντας αυτό ως «ένα μεγάλο λάθος».
Στην ίδια συνέντευξη, κλήθηκε να συγκρίνει τον Λιονέλ Μέσι με τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Ο Μπατιστούτα σημείωσε ότι ο Μέσι έχει επιτύχει περισσότερα γκολ (1.000 έναντι 200 του Μαραντόνα) και είναι πιο ήρεμος χαρακτήρας. Ωστόσο, τόνισε ότι «ο Μαραντόνα ήταν και είναι ο καλύτερος», εξηγώντας ότι μπορούσε να «παίξει, να ελέγχει τον διαιτητή, τους αντιπάλους» και να κάνει «απίστευτα πράγματα», ενώ πιστεύει πως ο Μέσι, αν και ικανός, «δεν έχει το ίδιο χάρισμα».
Ο Μπατιστούτα αναφέρθηκε και στην προσωπική του σχέση με τον Μαραντόνα, από την αφίσα που είχε στο δωμάτιό του πριν καν αγαπήσει το ποδόσφαιρο, μέχρι τη στιγμή που μοιράστηκαν τα ίδια αποδυτήρια. Θυμήθηκε επίσης το ντεμπούτο του στο Μουντιάλ του 1994, όπου σημείωσε τρία γκολ απέναντι στην ελληνική ομάδα, την ημέρα που ο Μαραντόνα πέτυχε το τελευταίο του γκολ με την Αργεντινή.
Τέλος, η συνέντευξη άγγιξε την περίοδο μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Ο Μπατιστούτα περιέγραψε τον χρόνιο πόνο που τον ταλαιπωρούσε, φτάνοντας στο σημείο να μην μπορεί να κοιμηθεί, και την επέμβαση στον αστράγαλο το 2019. Με μια φράση που αποτυπώνει την αγωνία του, δήλωσε: «Απλώς κόψτε το πόδι». Διευκρίνισε: «Δεν ήθελα άλλο πόνο, ποτέ ξανά. Δεν έχει σημασία αν έχεις δύο πόδια ή δύο προσθετικά. Δεν ήθελα πόνο. Όλα για το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο μου έδωσε τόσα πολλά, αλλά μου πήρε και πάρα πολλά».

