Ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομής του 20ού αιώνα, η Θαλάσσια Οδός του Αγίου Λαυρεντίου (St. Lawrence Seaway), ανοίγει επίσημα για την εμπορική ναυτιλία, συνδέοντας τις Μεγάλες Λίμνες (Great Lakes) της Βόρειας Αμερικής απευθείας με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Από οικονομική σκοπιά, το έργο αυτό είναι ένας θρίαμβος του Δημόσιου Κεφαλαίου (Public Capital) ενάντια στη γεωγραφία. Πριν από την κατασκευή αυτού του συστήματος από κανάλια και τεράστιες δεξαμενές ανύψωσης (locks), τα προϊόντα του αμερικανικού Midwest έπρεπε να φορτωθούν σε τρένα για να φτάσουν στα λιμάνια της ανατολικής ακτής.
Το άνοιγμα του Seaway χάρισε ουσιαστικά στο βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ (Ντιτρόιτ, Σικάγο) και του Καναδά μια «ακτή» στον ωκεανό. Μείωσε δραματικά το Κόστος Μεταφοράς (Freight Cost) για τον σίδηρο, τον άνθρακα και τα σιτηρά, ξεκλειδώνοντας τεράστιες Οικονομίες Κλίμακας (Economies of Scale). Η 25η Απριλίου 1959 διδάσκει ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα (comparative advantage) μιας περιοχής δεν είναι πάντα στατικό, αλλά μπορεί να κατασκευαστεί τεχνητά μέσα από μαζικές κρατικές επενδύσεις σε logistics.
