Μετά από 252 χρόνια λειτουργίας ως ιδιωτικό ίδρυμα (ανήκε στους μετόχους της από το 1694), η Τράπεζα της Αγγλίας περνά στον πλήρη έλεγχο του κράτους, βάσει της νομοθεσίας της νέας κυβέρνησης των Εργατικών του Κλέμεντ Άτλι.
Ήταν ένας μακροοικονομικός σεισμός. Για αιώνες, οι κεντρικές τράπεζες ανήκαν σε ιδιώτες τραπεζίτες που χρηματοδοτούσαν τα κράτη, με πρωταρχικό στόχο το κέρδος και την υπεράσπιση του Κανόνα του Χρυσού. Η κρατικοποίηση του 1946 ήταν ο θρίαμβος της Κεϊνσιανής σκέψης: το νόμισμα και τα επιτόκια έπρεπε να ελέγχονται από την εκλεγμένη κυβέρνηση για να επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση και η ανασυγκρότηση μετά τον πόλεμο, όχι για να πλουτίζουν οι μέτοχοι (οι οποίοι αποζημιώθηκαν με κρατικά ομόλογα).
Σήμερα, ο τροχός έχει γυρίσει. Από τη δεκαετία του ’90, το δυτικό δόγμα επιτάσσει ξανά την «ανεξαρτησία» των Κεντρικών Τραπεζών από τους πολιτικούς, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός. Ωστόσο, στην τρέχουσα εποχή των τεράστιων ελλειμμάτων και του Quantitative Easing, η γραμμή μεταξύ κυβέρνησης και Κεντρικής Τράπεζας είναι και πάλι θολή (Fiscal Dominance). Η 1η Μαρτίου 1946 μας υπενθυμίζει ότι το ερώτημα “ποιος ελέγχει το τυπογραφείο χρήματος;” είναι το πιο βαθύ πολιτικό ερώτημα του καπιταλισμού, και η απάντηση αλλάζει ανάλογα με το μέγεθος του χρέους.

