Στην πιο σκοτεινή ώρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η βρετανική κυβέρνηση δεν ζήτησε μόνο αίμα και δάκρυα, αλλά και το πορτοφόλι των πολιτών της. Η 20ή Φεβρουαρίου 1942 αποτελεί ορόσημο στη δημοσιονομική ιστορία, καθώς η εισαγωγή γενικευμένης φορολογίας στην κατανάλωση (πρόδρομος του ΦΠΑ) έγινε το αναγκαίο «καύσιμο» για την πολεμική μηχανή εναντίον του Ναζισμού.
Οικονομικά, αυτός ο φόρος αντιπροσώπευε μια βίαιη, κεντρικά σχεδιασμένη ανακατανομή πόρων: από την ιδιωτική κατανάλωση στην κρατική άμυνα. Ήταν η απόλυτη εφαρμογή του διλήμματος «κανόνια ή βούτυρο». Το σημαντικότερο, όμως, ήταν η κληρονομιά που άφησε: δημιούργησε μια κοινωνική συναίνεση για υψηλά επίπεδα φορολογίας, τα οποία μετά τον πόλεμο δεν καταργήθηκαν, αλλά χρηματοδότησαν το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) και το κράτος πρόνοιας. Σήμερα, καθώς οι χώρες του ΝΑΤΟ πιέζονται να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 2% ή 3% του ΑΕΠ εν μέσω νέων γεωπολιτικών απειλών, η ιστορία του 1942 μας θυμίζει ότι η εθνική ασφάλεια απαιτεί δημοσιονομικές θυσίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία του πολέμου είναι αυτή που έθεσε τα θεμέλια για τα μεταπολεμικά οικονομικά θαύματα της Ευρώπης, αποδεικνύοντας ότι η κρίση είναι συχνά η μητέρα της κρατικής συγκρότησης.

