Η συμφωνία για το Hong Kong προστατεύει την οικονομία

26 Σεπτεμβρίου 1984

Η συμφωνία για το Hong Kong προστατεύει την οικονομία

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1984, Βρετανία και Κίνα μονογράφησαν το σχέδιο συμφωνίας για το μέλλον του Hong Kong, έπειτα από περίπου δύο χρόνια δύσκολων διαπραγματεύσεων. Η τελική Sino-British Joint Declaration θα υπογραφόταν επίσημα στις 19 Δεκεμβρίου, όμως η 26η Σεπτεμβρίου ήταν η ημέρα κατά την οποία έγιναν δημόσιοι οι βασικοί όροι της μετάβασης και, κυρίως, οι οικονομικές εγγυήσεις που θα ίσχυαν μετά την επιστροφή της κυριαρχίας στην Κίνα το 1997.

σχετικά άρθρα

Για τις αγορές, το κεντρικό ερώτημα ήταν τεράστιο: μπορούσε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα της Ασίας να περάσει υπό κινεζική κυριαρχία χωρίς να χάσει το οικονομικό σύστημα που είχε δημιουργήσει τον πλούτο του;

Το σχέδιο επιχείρησε να δώσει μια σαφή απάντηση. Προέβλεπε ότι το Hong Kong θα διατηρούσε το καπιταλιστικό οικονομικό του σύστημα, το καθεστώς ελεύθερου λιμανιού και χωριστής τελωνειακής περιοχής. Η ιδιωτική περιουσία, η ιδιοκτησία επιχειρήσεων και οι ξένες επενδύσεις θα προστατεύονταν. Θα διατηρούνταν η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και οι αγορές συναλλάγματος, χρυσού, μετοχών και futures, ενώ το Hong Kong dollar θα συνέχιζε να κυκλοφορεί και να είναι ελεύθερα μετατρέψιμο.

Εξίσου κρίσιμη ήταν η δημοσιονομική αυτονομία. Η μελλοντική Ειδική Διοικητική Περιοχή θα είχε ανεξάρτητα δημόσια οικονομικά, ενώ η κεντρική κυβέρνηση της Κίνας δεν θα επέβαλλε φόρους στο Hong Kong. Η περιοχή μπορούσε επίσης να διατηρεί τις δικές της οικονομικές και εμπορικές σχέσεις διεθνώς. Οι βασικές αυτές πολιτικές προβλεπόταν να παραμείνουν αμετάβλητες για 50 χρόνια μετά το 1997.

Οι συγκεκριμένες εγγυήσεις είχαν ένα σαφές οικονομικό αντικείμενο: να αποτρέψουν φυγή κεφαλαίων, επενδύσεων και επιχειρήσεων λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας. Στη συνεδρίαση του Legislative Council εκείνη την ημέρα, οι αρχές μίλησαν χαρακτηριστικά για τη διατήρηση της «οικονομικής ζωής» του Hong Kong μέσω ελεύθερης αγοράς, μετατρέψιμου νομίσματος και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.

Η 26η Σεπτεμβρίου 1984 είναι έτσι μια κλασική περίπτωση όπου η θεσμική αξιοπιστία γίνεται οικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Σε ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, η εμπιστοσύνη στους κανόνες μπορεί να αξίζει όσο και τα ίδια τα κτίρια, οι τράπεζες και τα κεφάλαια.