Η κορύφωση της ευρωπαϊκής κρίσης κρατικού χρέους
23 Ιουλίου 2012
Στις 23 Ιουλίου 2012, το ευρωπαϊκό οικονομικό όνειρο έφτασε κυριολεκτικά ένα μόλις βήμα πριν από την πλήρη και οριστική κατάρρευση. Οι αποδόσεις των δεκαετών ισπανικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά ξεπέρασαν το τρομακτικό όριο του 7,5%, που ήταν το υψηλότερο επίπεδο από την επίσημη εισαγωγή του κοινού νομίσματος, ενώ το περίφημο spread με τα ασφαλή γερμανικά bunds έσπαγε κάθε προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ.
Ο τυφλός πανικός των αγορών ήταν ωμός και αμείλικτος: η Ισπανία, η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, έδειχνε εντελώς έτοιμη να ακολουθήσει την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία στον σκοτεινό γκρεμό της χρεοκοπίας. Εκείνη τη μέρα, οι διεθνείς επενδυτές στοιχημάτιζαν πλέον ανοιχτά στη βίαιη διάλυση του ευρώ.
Αν και μόλις τρεις μέρες αργότερα ο Μάριο Ντράγκι θα εκφωνούσε το ιστορικό και σωτήριο “whatever it takes”, η 23η Ιουλίου παραμένει καταγεγραμμένη ως η μέρα του απόλυτου ευρωπαϊκού σκοταδιού. Γιατί πρέπει όμως να τη θυμόμαστε τόσο έντονα; Διότι η ευρωπαϊκή κρίση χρέους αντιμετωπίστηκε τελικά με ισχυρά νομισματικά παυσίπονα, όπως η κολοσσιαία ποσοτική χαλάρωση (QE), και όχι με τις απαραίτητες βαθιές πολιτικές και δημοσιονομικές λύσεις. Σήμερα, εν μέσω ενός επίμονου πληθωρισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αδυνατεί να προσφέρει ξανά τέτοια άνευ όρων νομισματική κάλυψη. Τα κρατικά χρέη παραμένουν δυσθεώρητα, και ο συστημικός κίνδυνος του κατακερματισμού παραμονεύει κάθε φορά που η Γερμανία διαφωνεί ανοιχτά με τις ανάγκες του ευρωπαϊκού Νότου.
Η δραματική μέρα εκείνη του 2012 μας απέδειξε περίτρανα ότι ένα κοινό νόμισμα χωρίς μια αντίστοιχη κοινή δημοσιονομική πολιτική είναι μόνιμο έρμαιο των διεθνών κερδοσκόπων. Οι ισολογισμοί των ευρωπαϊκών τραπεζών μπορεί σήμερα να δείχνουν υγιείς και ανθεκτικοί, όμως ο επικίνδυνος πυρήνας του προβλήματος παραμένει άθικτος: η αγορά ομολόγων έχει την τάση να συγχωρεί τα πάντα, μέχρι ακριβώς τη μέρα που ξαφνικά σταματά να συγχωρεί.

