Στη Διεθνή Έκθεση Παιχνιδιών της Νέας Υόρκης, η Mattel, υπό την καθοδήγηση της συνιδρύτριας Ruth Handler, παρουσιάζει την πρώτη κούκλα Barbie. Μέχρι τότε, οι κούκλες για κοριτσάκια ήταν σχεδόν αποκλειστικά μωρά (προωθώντας τον ρόλο της μητρότητας). Η Barbie ήταν ενήλικη, και αυτό άλλαξε τα πάντα.
Από οικονομική σκοπιά, η Barbie είναι το απόλυτο case study του επιχειρηματικού μοντέλου “Razor and Blades” (πούλα τη μηχανή φθηνά, βγάλε κέρδος από τα ανταλλακτικά ξυραφάκια). Η Mattel δεν πουλούσε απλώς μια κούκλα· πουλούσε την πλατφόρμα. Η πραγματική υπεραξία και το τεράστιο περιθώριο κέρδους βρίσκονταν στα ατελείωτα ρούχα, αξεσουάρ, σπίτια και αυτοκίνητα που έπρεπε να αγοραστούν στη συνέχεια. Ταυτόχρονα, η Mattel υπήρξε πρωτοπόρος στις τηλεοπτικές διαφημίσεις που στόχευαν απευθείας στα παιδιά (kid-directed advertising), παρακάμπτοντας τους γονείς ως decision-makers.
Σήμερα, η Barbie είναι ένα brand αξίας δισεκατομμυρίων με κινηματογραφικά blockbusters και αμέτρητα licensing deals. Η 9η Μαρτίου 1959 μας διδάσκει ότι το κορυφαίο marketing δεν πουλάει απλώς ένα αντικείμενο, αλλά έναν aspirational τρόπο ζωής, «κλειδώνοντας» τον καταναλωτή (brand loyalty) από την παιδική του ηλικία.

