Το bromance Τραμπ – Ερντογάν, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και ο Μητσοτάκης

Η δύσκολη εξίσωση των ελληνοτουρκικών μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ

Το bromance Τραμπ – Ερντογάν, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και ο Μητσοτάκης

Ένα νέο πεδίο σοβαρών προβληματισμών της Αθήνας ανοίγει, θέτοντας ουσιαστικά την ελληνική κυβέρνηση σε red alert ως προς τις ισορροπίες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Καθοριστικός παράγοντας θα είναι αναμφίβολα οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ όπου στις 3 Νοεμβρίου 2026, θα αναδειχθούν συσχετισμοί στα δύο Σώματα του Κογκρέσου (Βουλή και Γερουσία), τα οποία ελέγχουν σήμερα πλειοψηφικά οι Ρεπουμπλικανοί. Αυτοί οι συσχετισμοί θα καθορίσουν το κατά πόσο ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορέσει να περάσει την ατζέντα του στο υπόλοιπο της θητείας του.

σχετικά άρθρα

Μοιραία, το μεσοδιάστημα κρίνεται ως το πιο επικίνδυνο για να δώσει ο Τραμπ τα όποια «δώρα» στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Αθήνα είχε εξαρχής στραμμένη την προσοχή της στην αμερικανο-τουρκική προσέγγιση, αντιλαμβανόμενη τις τουρκικές αξιώσεις και συνειδητοποιώντας ότι ο Ερντογάν προβάλλει με κάθε ευκαιρία τον ρόλο της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, καταγράφοντας τελικά τη μεγαλειώδη υποδοχή Τραμπ, τις υποσχέσεις περί άρσης κυρώσεων (που προβλέπονται μέσω του νόμου CAATSA, λόγω των ρωσικών S-400) και τις έστω συγκρατημένες τοποθετήσεις Τραμπ σχετικά με το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

«Δεν έχω αποφασίσει οριστικά» είπε ο αμερικανός πρόεδρος προτού αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, αλλά διευκρίνισε το πόσο καλός σύμμαχος υπήρξε ο Τούρκος ομόλογός του. Η Αθήνα αξιολογεί ξεχωριστά το θέμα των F-35 από την πιθανή επίλυση του ζητήματος των κυρώσεων, δεδομένου ότι απαιτείται ειδική διαδικασία στο Κογκρέσο. Η Αθήνα προφανώς ποντάρει στο ισραηλινό λόμπι των ΗΠΑ που επηρεάζει το Κογκρέσο αλλά και στην ελληνική ομογένεια που διαθέτει τεράστια δύναμη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να παραβλέψει το πώς αντιμετωπίζουν την Τουρκία ισχυροί παίκτες στην Ευρώπη ιδίως στην αμυντική βιομηχανία όπου οι μεγάλες δυνάμεις έχουν και αυτές ισχυρές διμερείς συμφωνίες με την γείτονα…

Το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μερικές ώρες μετά τον εναγκαλισμό Τραμπ – Ερντογάν, έθεσε ξανά, όπως τον περασμένο Φεβρουάριο, το casus belli, ερμηνεύεται (και) ως μήνυμα κυρίως προς νατοϊκούς συμμάχους, που είναι και εταίροι στην ΕΕ.

«Τη στιγμή που η χώρα μου αντιμετωπίζει casus belli από την Τουρκία σε περίπτωση που ασκήσουμε το έννομο δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα (…) πρέπει να είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ευαισθησίες όλων των μελών του NATO», είπε ο Πρωθυπουργός προσερχόμενος στη Σύνοδο. Και, εξερχόμενος, χαρακτήρισε το casus belli «ιστορική ανορθογραφία, η οποία δεν συντάσσεται ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών, ούτε με το καλό κλίμα το οποίο θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες», εκτιμώντας ταυτόχρονα ότι οι Ευρωπαίοι «αντιλαμβάνονται» ότι δεν συνάδει η απειλή πολέμου «που έρχεται από το βαθύ παρελθόν, το 1995» με το κλίμα της Συμμαχίας.

Από την πλευρά του βέβαια ο Ταγίπ Ερντογάν απαντώντας στη συνέντευξη Τύπου περιορίστηκε να σχολιάσει ότι «σχεδόν κανένας Τούρκος δεν ξέρει τι είναι, ας μην απασχολούμε τους λαούς μας με αυτά». Υποβάθμισε ο ίδιος την επιθετική του ρητορική αφού αυτό το διάστημα καίγεται να ξανανοίξει τις ενταξιακές διαδικασίες για τη χώρα του κάτι που έχει φροντίσει ήδη να μεταφέρει στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Πού ποντάρει η Αθήνα;

Για την Αθήνα οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όσο πιο αδύναμος βγει ο Τραμπ από τις κάλπες, τόσο δυσκολότερο θα είναι να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που εμφανίζεται πρόθυμος να δώσει στον Ερντογάν. Αντίθετα, μια ισχυρή νίκη των Ρεπουμπλικανών θα ενίσχυε τη δυνατότητά του να προωθήσει επιλογές όπως η άρση των κυρώσεων και η επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, εφόσον ξεπεραστούν τα νομικά και κοινοβουλευτικά εμπόδια.

Ποια είναι τα επικρατέστερα σενάρια;

1. Αν οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ. Η Βουλή αποκτά ισχυρότερη δυνατότητα ελέγχου της κυβέρνησης μέσω επιτροπών, ακροάσεων και νομοθετικών παρεμβάσεων. Μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να:

  • μπλοκάρει κονδύλια,
  • ζητήσει νέες κυρώσεις,
  • αυξήσει την πίεση στο Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ,
  • μετατρέψει κάθε παραχώρηση προς τον Ερντογάν σε μείζον πολιτικό θέμα.

2. Το Κογκρέσο έχει ήδη δείξει ότι μπορεί να φρενάρει έναν πρόεδρο

Αυτό έχει συμβεί και στο παρελθόν. Το 2020, παρά τις επιφυλάξεις του Τραμπ, το Κογκρέσο προχώρησε στις κυρώσεις CAATSA κατά της Τουρκίας εξαιτίας της αγοράς των S-400 από τη Ρωσία και απέκλεισε την Άγκυρα από το πρόγραμμα των F-35. Η υπόθεση απέδειξε ότι υπάρχει διακομματική σκληρή γραμμή απέναντι στην Τουρκία, ειδικά σε θέματα αμυντικής τεχνολογίας.

3. Προεκλογικά ο Τραμπ θα δυσκολευτεί να εμφανιστεί υπερβολικά γενναιόδωρος

Οι ενδιάμεσες εκλογές κρίνονται σε πολλές πολιτείες όπου η εθνική ασφάλεια αποτελεί βασικό ζήτημα. Οι Δημοκρατικοί αλλά και αρκετοί Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να κατηγορήσουν τον Τραμπ ότι:

  • επιβραβεύει μια χώρα που εξακολουθεί να διαθέτει τους ρωσικούς S-400,
  • δημιουργεί κινδύνους για τη συνοχή του ΝΑΤΟ,
  • υπονομεύει την ασφάλεια του Ισραήλ και της Ελλάδας.

Ακόμη και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος υπάρχουν γερουσιαστές που αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη την Άγκυρα.

4. Αν όμως οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο

Τότε ο Τραμπ θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία.

Θα μπορεί ευκολότερα:

  • να προωθήσει την άρση των κυρώσεων,
  • να επιδιώξει συμφωνία για τα F-35,
  • να ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία με την Τουρκία,
  • να παρουσιάσει τον Ερντογάν ως βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και στον Εύξεινο Πόντο.