Ο Μητσοτάκης σχοινοβατεί ανάμεσα σε Τραμπ και Ερντογάν
Τα F-35, τα νομικά εμπόδια για την Τουρκία, οι αιχμές για το casus belli και το μήνυμα ότι «η Ελλάδα δεν δέχεται υποδείξεις για την άμυνά της»
Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη δύσκολη συνύπαρξη με την Τουρκί και την ανάγκη να διαφυλάξει τα ελληνικά συμφέροντα, αποφεύγοντας την ευθεία σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά στέλνοντας σαφή μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι στενές σχέσεις του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η επιδίωξη της Άγκυρας να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στα F-35 και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα εξαιρετικά περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε μια προσεκτική στρατηγική. Ούτε επιθετική ρητορική απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε όμως σιωπή απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Αντίθετα, κινήθηκε σε λεπτές ισορροπίες, επιχειρώντας να κρατήσει ανοικτούς όλους τους διαύλους χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
«Ο Τραμπ είχε δίκιο»

Αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του πρωθυπουργού στον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι ήδη από την πρώτη του θητεία ο Αμερικανός πρόεδρος ζητούσε από τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες.
«Είχε απολύτως δίκιο», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πλέον αντιλαμβάνεται την ανάγκη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για τη συλλογική της άμυνα.
Παράλληλα, εμφανίστηκε καθησυχαστικός απέναντι στα σενάρια περί αποδυνάμωσης του ΝΑΤΟ, εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει πιθανότητα αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία, ενώ παρουσίασε τη νέα εποχή του ΝΑΤΟ ως αποτέλεσμα μιας πιο ισορροπημένης κατανομής ευθυνών μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης.
Το μήνυμα για τα F-35 και την Τουρκία
Το πιο κρίσιμο κομμάτι των δηλώσεων αφορούσε φυσικά τα F-35 και τις τουρκικές επιδιώξεις.
Ο πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35 μέσα στο 2027, υπενθυμίζοντας ότι τα αεροσκάφη βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή και ότι το πρόγραμμα εξελίσσεται κανονικά.
Ταυτόχρονα έστειλε μήνυμα πως, παρά τις συζητήσεις που γίνονται στην Ουάσιγκτον, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία που δυσκολεύουν την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400.
Με τον τρόπο αυτό απέφυγε να εμφανιστεί ως εκείνος που επιχειρεί να μπλοκάρει τις αμερικανικές αποφάσεις, επιμένοντας όμως ότι τα εμπόδια δεν έχουν εξαφανιστεί.
«Δεν κάνω υποδείξεις στις ΗΠΑ, αλλά ούτε δέχομαι υποδείξεις»

Η πιο χαρακτηριστική ίσως αποστροφή της συνέντευξης ήρθε όταν ρωτήθηκε αν θα ζητήσει από την αμερικανική κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε πώληση F-35 προς την Τουρκία.
Η απάντησή του ήταν ιδιαίτερα προσεκτική αλλά και πολιτικά φορτισμένη.
«Δεν είναι δική μου δουλειά να υποδείξω στις Ηνωμένες Πολιτείες τι θα πουλήσουν και πού θα το πουλήσουν», είπε αρχικά.
Στη συνέχεια όμως συμπλήρωσε με νόημα:
«Όπως δεν δέχομαι κι εγώ υποδείξεις για το τι θα αγοράσουμε εμείς ως χώρα, προκειμένου να θωρακίσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας και να ασφαλίσουμε τη χώρα.»
Πρόκειται για μια φράση που απευθυνόταν ταυτόχρονα προς πολλές κατευθύνσεις. Προς την Ουάσιγκτον, ότι η Ελλάδα σέβεται τις αμερικανικές αποφάσεις αλλά αναμένει αντίστοιχο σεβασμό στις ελληνικές επιλογές. Προς την Άγκυρα, ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να απολογηθεί για την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Και προς το εσωτερικό ακροατήριο, ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποδεχθεί εξωτερικές πιέσεις για τους ελληνικούς εξοπλισμούς.
Μήνυμα και προς τον Ερντογάν

Εξίσου προσεκτικός ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Από τη μία πλευρά αναγνώρισε ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν παρουσιάσει βελτίωση σε τομείς όπως η συνεργασία στο μεταναστευτικό, η οικονομική συνεργασία και η επικοινωνία των δύο λαών.
Από την άλλη όμως υπενθύμισε ότι παραμένει μία θεμελιώδης διαφορά: η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία -όπως επανέλαβε- μπορεί να λυθεί μόνο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.
Το casus belli στο στόχαστρο

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η δημόσια αναφορά του στο τουρκικό casus belli.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την απειλή πολέμου «ιστορική ανορθογραφία», σημειώνοντας ότι δεν συνάδει ούτε με το πνεύμα της Διακήρυξης των Αθηνών ούτε με το κλίμα που πρέπει να επικρατεί μεταξύ δύο συμμάχων στο ΝΑΤΟ.
Με τη φράση «έχει έρθει η ώρα να το αφήσουμε πίσω μας» επιχείρησε να μεταφέρει την πίεση προς την τουρκική πλευρά, χωρίς να οδηγήσει τη συζήτηση σε νέα ένταση.
Μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους
Το μεγάλο δίλημμα της ελληνικής διπλωματίας παραμένει εμφανές.
Από τη μία πλευρά η Αθήνα επιθυμεί να διατηρήσει τις εξαιρετικές σχέσεις της με την αμερικανική κυβέρνηση και να διασφαλίσει την ομαλή εξέλιξη του ελληνικού εξοπλιστικού προγράμματος.
Από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με την Άγκυρα, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καλλιεργήσει προσωπική σχέση με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία συνεχίζει να διεκδικεί αναβάθμιση του ρόλου της στη Συμμαχία και να επιδιώκει την άρση των περιορισμών που της έχουν επιβληθεί στον αμυντικό τομέα.
Η στρατηγική της Αθήνας
Οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνουν ότι η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει τη διπλωματία των χαμηλών τόνων αλλά των σαφών μηνυμάτων.
Δεν αμφισβητεί δημόσια τις αμερικανικές επιλογές, επιμένει όμως στα νομικά εμπόδια που εξακολουθούν να υπάρχουν για την Τουρκία. Δεν κλιμακώνει τη σύγκρουση με την Άγκυρα, αλλά υπενθυμίζει ότι το casus belli παραμένει απαράδεκτο. Δεν επιδιώκει μετωπική αντιπαράθεση, αλλά ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να εξοπλίζεται σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες.
Σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν διαρκώς και οι συμμαχίες δοκιμάζονται, η Αθήνα επιχειρεί να κινηθεί με προσοχή πάνω σε ένα ιδιαίτερα τεντωμένο διπλωματικό σχοινί. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις ελληνικές κινήσεις, αλλά και από τις αποφάσεις που θα ληφθούν στην Ουάσιγκτον, την Άγκυρα και συνολικά στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.
