Θα κατέβουν στις εκλογές Τσίπρας και Σαμαράς; Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου
Ποια ποσοστά ψάχνουν οι δύο πολιτικοί; - Δεν είναι βέβαιο ότι θα κατέβουν στις εκλογές – Τα κόμματα και το ανοιχτό δίλημμα
Κόμματα έχουν ιδρυθεί, άλλα έχουν προαναγγελθεί και πολιτικοί αρχηγοί έχουν κάνει ή αναμένεται να κάνουν κινήσεις. Ωστόσο, άλλο η δημιουργία ενός πολιτικού φορέα και άλλο η οριστική απόφαση για κάθοδο στις εκλογές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τελικά ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς θα επιλέξουν να κατέβουν στις κάλπες.
Η πολιτική συζήτηση γύρω από τα υπό ίδρυση κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και του Αντώνη Σαμαρά έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά προεκλογικής περιόδου. Τα σενάρια διαδέχονται το ένα το άλλο, τα ονόματα πιθανών στελεχών κυκλοφορούν στα δημοσιογραφικά γραφεία και οι δημοσκοπήσεις επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τις νέες ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό. Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική παράμετρος που δεν πρέπει να παραβλέπεται: δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί θα φτάσουν μέχρι την τελική κάθοδο στις εκλογές του 2027.
Κόμματα έχουν δημιουργηθεί στο παρελθόν, άλλα έχουν προαναγγελθεί και πολιτικοί αρχηγοί έχουν κάνει κινήσεις που τελικά δεν οδήγησαν σε εκλογική συμμετοχή. Η ίδρυση ενός πολιτικού φορέα, η συγκρότηση ενός μηχανισμού, η αναζήτηση στελεχών και η δημόσια διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η εκλογική αναμέτρηση είναι προαποφασισμένη.
Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές κινήσεις που έχουν ήδη γίνει ή αναμένεται να γίνουν. Ο Τσίπρας έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας πολιτικής παρουσίας, ενώ ο Σαμαράς κινείται σε ένα πεδίο όπου συζητείται η δημιουργία νέου φορέα. Όμως, μέχρι να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, το ενδεχόμενο της καθόδου παραμένει ανοιχτό και όχι δεδομένο.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο καθοριστικός παράγοντας θα είναι η δημοσκοπική εικόνα όσο πλησιάζουμε στις κάλπες.

Το κρίσιμο όριο για τον Αλέξη Τσίπρα
Για τον Αλέξη Τσίπρα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική σκηνή. Είναι να επιστρέψει με όρους που θα του επιτρέπουν να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Κεντροαριστερά και να εμφανιστεί ως υπολογίσιμη δύναμη απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία. Εάν, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο νέος φορέας κινείται κάτω από το 17%, χωρίς σαφή δυναμική ανόδου και με μικρή απόσταση από το ΠΑΣΟΚ, τότε το ερώτημα της εκλογικής καθόδου θα αποκτήσει διαφορετική διάσταση.
Το 17% δεν αποτελεί κάποιο επίσημο ή επιβεβαιωμένο όριο που έχει θέσει ο ίδιος ο Τσίπρας. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί ως υποθετικό σημείο αναφοράς για την πολιτική συζήτηση γύρω από τις φιλοδοξίες του. Εάν ο πρώην πρωθυπουργός διαπιστώσει ότι η επιστροφή του δεν δημιουργεί τη δυναμική που προσδοκά, θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στις κάλπες ή να επανεξετάσει τον σχεδιασμό του.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Αποτελεί, ωστόσο, εύλογο πολιτικό σενάριο προς εξέταση, ιδίως εάν η απόσταση από το ΠΑΣΟΚ παραμείνει περιορισμένη ή εάν το κόμμα του Ανδρουλάκη καταφέρει να περάσει μπροστά στις μετρήσεις.
Το βάρος της υστεροφημίας και το πολιτικό ρίσκο
Για έναν πρώην πρωθυπουργό, η επιστροφή στην εκλογική αρένα δεν είναι μια συνηθισμένη πολιτική απόφαση. Συνοδεύεται από συγκεκριμένες προσδοκίες, αλλά και από τον κίνδυνο μιας εκλογικής επίδοσης που θα περιορίσει το πολιτικό του κεφάλαιο.
Ο Τσίπρας διαθέτει συγκεκριμένο κυβερνητικό παρελθόν, αναγνωρισιμότητα και ισχυρό αποτύπωμα στο πολιτικό σύστημα. Η απόφασή του, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το εάν μπορεί να συγκροτήσει έναν νέο φορέα, αλλά και από το εάν οι συνθήκες θα δικαιολογούν μια αναμέτρηση με υψηλές προσδοκίες.
Εάν η δημοσκοπική εικόνα είναι σαφώς κατώτερη από εκείνη που θα ήθελε να παρουσιάσει, θα μπορούσε να εξετάσει διαφορετικές επιλογές, προκειμένου να προστατεύσει το πολιτικό του κύρος και την υστεροφημία του.
Το ενδεχόμενο να κάνει πίσω πριν από τις εκλογές δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεν υπάρχουν, όμως, επιβεβαιωμένα στοιχεία ότι έχει λάβει μια τέτοια απόφαση ή ότι έχει θέσει συγκεκριμένο ποσοστό ως προϋπόθεση συμμετοχής.

Ο Σαμαράς και η διαφορά ανάμεσα στην ίδρυση και την κάθοδο
Ανάλογη συζήτηση μπορεί να γίνει και για τον Αντώνη Σαμαρά, αν και οι πολιτικές συνθήκες είναι διαφορετικές.
Ο πρώην πρωθυπουργός κινείται σε ένα πεδίο όπου η δυσαρέσκεια προς την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και η αναζήτηση μιας διαφορετικής έκφρασης στον χώρο της δεξιάς και της κεντροδεξιάς μπορούν να δημιουργήσουν πολιτικό ακροατήριο. Οι δημοσκοπήσεις έχουν ήδη καταγράψει ενδιαφέρον για το ενδεχόμενο ενός δικού του φορέα, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη πρόθεση ψήφου στις κάλπες.
Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα κάθε νέου κόμματος: άλλο η θετική γνώμη για ένα πρόσωπο, άλλο η πρόθεση να ψηφίσει κανείς ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί οργανωτικά και πολιτικά.
Ο Σαμαράς μπορεί να επιλέξει να προχωρήσει στη δημιουργία ενός φορέα, να συγκροτήσει δίκτυο στελεχών και να διατηρήσει ανοιχτές τις πολιτικές του επιλογές. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η ίδρυση ενός κόμματος συνεπάγεται αναγκαστικά και την κάθοδό του στις εκλογές του 2027.
Εάν οι μετρήσεις δείξουν περιορισμένη απήχηση, δυσκολία προσέλκυσης ψηφοφόρων από τη ΝΔ ή αδυναμία συγκρότησης μιας βιώσιμης εκλογικής βάσης, θα μπορούσε να επανεξετάσει τον σχεδιασμό του. Αντίθετα, μια ισχυρή δημοσκοπική εικόνα θα μπορούσε να ενισχύσει την επιλογή της εκλογικής αναμέτρησης.
Και εδώ, συνεπώς, το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό.

Οι μετρήσεις που θα κρίνουν τις τελικές αποφάσεις
Οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται σήμερα έχουν τη δική τους αξία, αλλά δεν αποτελούν τελική ετυμηγορία. Το πολιτικό σκηνικό μπορεί να μεταβληθεί, να εμφανιστούν νέοι παίκτες, να αλλάξουν οι συσχετισμοί και να επηρεαστούν οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων από γεγονότα που σήμερα δεν μπορούν να προβλεφθούν.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν οι μετρήσεις που θα πραγματοποιούνται όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση, όταν οι πολίτες θα γνωρίζουν καλύτερα ποια κόμματα συμμετέχουν, ποιοι στελεχώνουν τα ψηφοδέλτια και ποιες πολιτικές προτάσεις κατατίθενται.
Τότε θα μπορεί να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η πραγματική εκλογική απήχηση των νέων σχηματισμών, η προέλευση των ψηφοφόρων τους και η δυνατότητά τους να μετατρέψουν τη δυνητική ψήφο σε πραγματική εκλογική δύναμη.
Οι μετρήσεις αυτές δεν θα καθορίσουν υποχρεωτικά τις αποφάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών. Θα αποτελέσουν, όμως, σημαντικό δεδομένο για τους σχεδιασμούς τους, καθώς και για τις επιλογές των επιτελείων τους.
Χωρίς βιαστικά συμπεράσματα
Η συζήτηση για τα κόμματα Τσίπρα και Σαμαρά βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά η τελική μορφή της πολιτικής αναμέτρησης δεν έχει ακόμη κριθεί. Είναι διαφορετικό να προετοιμάζεται ένας νέος πολιτικός φορέας και διαφορετικό να έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την εκλογική του παρουσία.
Το ίδιο ισχύει για τις εκτιμήσεις σχετικά με τα ποσοστά που μπορεί να συγκεντρώσουν. Η δυνητική ψήφος, η δημοφιλία ενός προσώπου και η πρόθεση ψήφου σε ένα νέο κόμμα δεν είναι ταυτόσημα μεγέθη.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: μέχρι να διαμορφωθούν οι πραγματικοί εκλογικοί συσχετισμοί, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ούτε ότι ο Τσίπρας ούτε ότι ο Σαμαράς θα επιλέξουν τελικά την κάθοδο στις κάλπες.
Οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από πολλούς παράγοντες, με τη δημοσκοπική εικόνα να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους. Γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή στις βεβαιότητες, στις διαρροές και στις προβλέψεις για κόμματα που βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Στην πολιτική, η πρόθεση είναι ένα πράγμα, η ίδρυση ενός κόμματος ένα δεύτερο και η τελική εκλογική κάθοδος ένα τρίτο. Και μέχρι να φτάσουμε στην κάλπη του 2027, πολλά μπορούν να αλλάξουν.
