Το “ταμπού” του 25% ζαλίζει το Μαξίμου
Επιχείρηση αλλαγής ατζέντας και αυτοδυναμία
Το Μαξίμου γυρίζει την κουβέντα από την αμφισβήτηση Μητσοτάκη στην αυτοδυναμία – «Είμαστε στο 30%-31% και μπορούμε να πάρουμε ακόμη 5, 6, 7 μονάδες» το μήνυμα Μαρινάκη – Έργο, οικονομία, ασφάλεια και επίθεση στην αντιπολίτευση οι τέσσερις άξονες της κυβερνητικής αντεπίθεσης.
Το μήνυμα από το Μαξίμου είναι πλέον καθαρό: «Δεν έχουμε 25%».
Και δεν είναι απλώς μια απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου σε μια δημοσιογραφική ερώτηση. Είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει την πολιτική συζήτηση που άνοιξε μετά την αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ενδεχόμενο ενός εκλογικού αποτελέσματος κάτω από το 25%.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν επιχείρησε να διαψεύσει ότι ο πρωθυπουργός απάντησε στο συγκεκριμένο σενάριο. Το αντίθετο. Επανέλαβε ότι ο Μητσοτάκης απάντησε «ειλικρινώς» και ότι δεν είναι «κολλημένος με την καρέκλα».
Μόνο που αμέσως μετά έβαλε τη δική του κόκκινη γραμμή:
«Δεν είμαστε εκεί. Είμαστε παραπάνω».
Και το «παραπάνω» μεταφράζεται, σύμφωνα με την κυβερνητική γραμμή, σε ένα σημερινό δημοσκοπικό επίπεδο της τάξης του 30%-31%.
Έτσι, το Μαξίμου επιχειρεί να αλλάξει το ερώτημα.
Όχι πλέον «τι θα γίνει αν η ΝΔ πάρει 25%;», αλλά «πώς θα πάει από το 30%-31% στην αυτοδυναμία;».

Από το 25% στο 30%-31%
Η σημερινή τοποθέτηση Μαρινάκη δείχνει ότι το Μαξίμου αντιλαμβάνεται πως η συζήτηση για το 25% μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα εάν παγιωθεί ως σημείο αναφοράς για την επόμενη ημέρα.
Γι’ αυτό και επιχειρεί να την αντιστρέψει.
Το 25% παρουσιάζεται ως ένα υποθετικό, ακραίο σενάριο που δεν αντιστοιχεί στη σημερινή εικόνα.
Το 30%-31%, αντίθετα, παρουσιάζεται ως η πραγματική αφετηρία.
Και από εκεί ξεκινά η δεύτερη πράξη του κυβερνητικού σχεδιασμού: η ΝΔ δεν θέλει απλώς να διατηρήσει τις σημερινές της επιδόσεις. Θέλει να αυξήσει τη δύναμή της κατά 5, 6 ή ακόμη και 7 μονάδες.
Αυτό δεν είναι τυχαία διατύπωση.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο το Μαξίμου θέλει να παρουσιάσει την εκλογική μάχη ως ανοιχτή και διεκδικήσιμη, όχι ως μάχη διαχείρισης απωλειών.
Η λέξη που επαναφέρει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι μία:
Αυτοδυναμία.

Το 25% γίνεται «ταμπού»
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική ουσία της σημερινής παρέμβασης.
Το Μαξίμου δεν θέλει το 25% να μετατραπεί σε έναν αριθμητικό πήχη γύρω από τον οποίο θα αρχίσει να οργανώνεται η συζήτηση για την επόμενη ημέρα.
Γιατί από τη στιγμή που ένας αριθμός αποκτά πολιτική σημασία, αρχίζουν τα ερωτήματα:
Τι σημαίνει κάτω από αυτόν;
Τι σημαίνει πάνω από αυτόν;
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;
Ποιος αμφισβητείται;
Τι γίνεται την επόμενη ημέρα;
Αυτή ακριβώς τη συζήτηση θέλει να αποφύγει το Μαξίμου.
Και γι’ αυτό ο Μαρινάκης επιλέγει μια διπλή γραμμή.
Από τη μία λέει ότι ο Μητσοτάκης δεν είναι προσκολλημένος στην καρέκλα.
Από την άλλη υπογραμμίζει ότι «δεν είμαστε εκεί».
Δηλαδή, δεν ανοίγει θέμα ηγεσίας σήμερα και ταυτόχρονα δεν αφήνει το 25% να λειτουργήσει ως προεξοφλημένο πολιτικό σενάριο.
Η αυτοδυναμία επιστρέφει στο προσκήνιο
Η κυβέρνηση θέλει πλέον να επαναφέρει την αυτοδυναμία στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Όχι ως αυτονόητο αποτέλεσμα, αλλά ως στόχο.
Ο Μαρινάκης μάλιστα χαρακτήρισε τον στόχο δύσκολο αλλά απολύτως εφικτό και υπογράμμισε ότι απαιτεί δουλειά.
Αυτό είναι το δεύτερο μήνυμα προς το εσωτερικό της ΝΔ.
Δεν είναι ώρα για συζητήσεις περί διαδοχής. Είναι ώρα για εκλογική μάχη.
Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι υπάρχει ακόμη χρόνος για να αλλάξει η πολιτική εικόνα, να παρουσιαστεί κυβερνητικός απολογισμός, να εφαρμοστούν μέτρα και να διαμορφωθεί ένα νέο προεκλογικό πρόγραμμα.
Με άλλα λόγια, το Μαξίμου επιχειρεί να αγοράσει πολιτικό χρόνο.
Και ο χρόνος αυτός πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Έργο απέναντι στη δημοσκόπηση
Γι’ αυτό και η σημερινή ενημέρωση δεν περιορίστηκε στο 25%.
Ο Μαρινάκης πέρασε σε μια σειρά θεμάτων που έχουν έναν κοινό παρονομαστή: την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση έχει να παρουσιάσει συγκεκριμένο έργο.
Στέγη, ενοίκια, κοινωνικές κατοικίες, φορολογικά μέτρα, προγράμματα ανακαίνισης, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών.
Το ίδιο και στην περίπτωση της Γκράβας, όπου το κυβερνητικό επιτελείο επιχείρησε να υπογραμμίσει ότι πρόκειται για ένα μεγάλο έργο ενεργειακής αναβάθμισης και συνολικής αναμόρφωσης του σχολικού συγκροτήματος.
Το μήνυμα είναι σαφές:
η κυβέρνηση θέλει να μπει στην εκλογική περίοδο με απολογισμό και όχι μόνο με άμυνα απέναντι στις δημοσκοπήσεις.
Το ίδιο ακριβώς επιχειρεί να κάνει και με το στεγαστικό.
Ο Μαρινάκης παραδέχθηκε ότι το πρόβλημα παραμένει μεγάλο, αλλά παρέθεσε σειρά κυβερνητικών παρεμβάσεων, θέλοντας να υποστηρίξει ότι η κυβέρνηση δεν το αγνοεί και δεν το αντιμετωπίζει με μία μόνο πολιτική.
Ασφάλεια: επιστροφή σε γνώριμο γήπεδο
Στην υπόθεση της Ελευσίνας, η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει έναν ακόμη βασικό άξονα της πολιτικής της: την ασφάλεια και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
Ο Μαρινάκης επέμεινε ότι κάθε ανθρώπινη ζωή έχει την ίδια αξία και ότι τα κίνητρα της επίθεσης θα πρέπει να τα διερευνήσει η Δικαιοσύνη.
Ταυτόχρονα, επιτέθηκε σε όσους, όπως υποστήριξε, επιχειρούν να εμφανίσουν διαφορετική αντιμετώπιση περιστατικών βίας.
Η κυβέρνηση θέλει έτσι να αποφύγει μια πολιτική συζήτηση που θα την υποχρέωνε να απολογείται για τα κίνητρα μιας εγκληματικής ενέργειας πριν αυτά διερευνηθούν.
Η γραμμή είναι:
καταδίκη της βίας, εμπιστοσύνη στις Αρχές, έρευνα για τους δράστες και στη συνέχεια κρίση της Δικαιοσύνης.
Στα εθνικά, χαμηλοί τόνοι και καθαρές γραμμές
Αντίστοιχη είναι και η στάση στο θέμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Ο Μαρινάκης απάντησε λακωνικά στο δημοσίευμα της «Εστίας», υπογραμμίζοντας ότι τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα και ότι η διασύνδεση θα γίνει με βάση τους όρους αδειοδότησης της ελληνικής πολιτείας και το διεθνές δίκαιο.
Χωρίς μεγάλες κορώνες.
Χωρίς άνοιγμα νέου κύκλου αντιπαράθεσης.
Καθαρή θέση και τέλος.
Το ΠΑΣΟΚ μπαίνει στο κάδρο
Την ίδια ώρα, το Μαξίμου αρχίζει να σκληραίνει τη ρητορική του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ.
Η επίθεση Μαρινάκη στον Νίκο Ανδρουλάκη δεν ήταν τυχαία. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιγράψει την αντιπολίτευση ως χώρο με πολλές συγκρούσεις και λίγες κοστολογημένες εναλλακτικές προτάσεις.
Η χαρακτηριστική φράση του κυβερνητικού εκπροσώπου ήταν ότι αντί για «προοδευτικό μέτωπο» βλέπει ένα «πολεμικό μέτωπο».
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επαναφέρει τη θέση ότι ο δικός της στόχος είναι η αυτοδυναμία και όχι μια κυβέρνηση συνεργασίας.
Το μήνυμα προς το ΠΑΣΟΚ είναι επομένως διπλό:
Αφενός ότι δεν αντιμετωπίζεται ως πιθανός κυβερνητικός εταίρος.
Αφετέρου ότι η ΝΔ θέλει να παρουσιάζεται ως η μόνη πολιτική δύναμη που διεκδικεί καθαρά την αυτοδυναμία.
Η μάχη για την επόμενη μέρα έχει ήδη αρχίσει
Κάτω από όλα αυτά υπάρχει μια βαθύτερη πολιτική προσπάθεια.
Η κυβέρνηση θέλει να ελέγξει την ατζέντα πριν η συζήτηση για τις εκλογές γίνει αποκλειστικά συζήτηση για τα ποσοστά.
Γιατί όταν η πολιτική συζήτηση περιορίζεται σε αριθμούς, τότε το κάθε ποσοστό αποκτά δική του πολιτική ερμηνεία.
Το 25% μπορεί να γίνει «καταδίκη».
Το 30% μπορεί να γίνει «αντοχή».
Το 35% μπορεί να γίνει «επιστροφή».
Και το ποσοστό που απαιτείται για την αυτοδυναμία μπορεί να γίνει ο απόλυτος στόχος.
Γι’ αυτό και το Μαξίμου επιλέγει τώρα να μιλά για 35%-37% ως πολιτικό ορίζοντα, αντί να αφήσει την κουβέντα να εγκλωβιστεί στο 25%.
Το νέο κυβερνητικό αφήγημα
Στην πραγματικότητα, από τις σημερινές απαντήσεις του Μαρινάκη προκύπτει ένα ενιαίο αφήγημα:
Δεν είμαστε στο 25%.
Είμαστε στο 30%-31%.
Έχουμε μπροστά μας χρόνο.
Έχουμε κυβερνητικό έργο να παρουσιάσουμε.
Έχουμε προβλήματα να αντιμετωπίσουμε.
Έχουμε αντιπολίτευση που συγκρούεται.
Και έχουμε έναν συγκεκριμένο εκλογικό στόχο: την αυτοδυναμία.
Αυτό είναι το πολιτικό μήνυμα που θέλει να περάσει το Μαξίμου.
Και μαζί με αυτό υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο εσωτερικό μήνυμα:
Μην ανοίγετε από τώρα την κουβέντα για την επόμενη ημέρα του Μητσοτάκη.
Η επόμενη ημέρα, λέει η κυβέρνηση, θα κριθεί από την κάλπη.
Μέχρι τότε, η μάχη είναι για να αλλάξει το σημερινό 30%-31% και να γίνει εκλογικό αποτέλεσμα που θα επιτρέπει στη ΝΔ να διεκδικήσει ξανά αυτοδυναμία.
Και κάπως έτσι, το Μαξίμου επιχειρεί να βάλει τελεία στο 25%.
«Δεν έχουμε 25%».
Το ερώτημα, πλέον, είναι αν θα καταφέρει να κάνει το 30%-31% αφετηρία για τον στόχο που έχει θέσει: τις 5, 6 ή 7 μονάδες παραπάνω και, τελικά, την αυτοδυναμία.


