Θα γίνουμε Γαλλία; Άγριος πόλεμος κυβέρνησης και αντιπολίτευσης – Μπορούν τα επεισόδια να περάσουν στην Ελλάδα;

Η ατάκα που άναψε φωτιές στην Ελλάδα - Η έκρηξη στη Γαλλία πυροδοτεί πολιτική σύγκρουση στην Αθήνα – Η ατάκα «άντε και στα δικά μας», η παρέμβαση Τσίπρα, η επίθεση της Σδούκου και ο φόβος για ένα θερμό φθινόπωρο με μαθητές και φοιτητές στους δρόμους

Θα γίνουμε Γαλλία; Άγριος πόλεμος κυβέρνησης και αντιπολίτευσης – Μπορούν τα επεισόδια να περάσουν στην Ελλάδα;

Το ερώτημα «θα γίνουμε Γαλλία;» αρχίζει να κυριαρχεί στην πολιτική συζήτηση, καθώς οι εικόνες από τις συγκρούσεις, τις καταστροφές και τις λεηλασίες στη γαλλική επικράτεια μετατρέπονται σε αφορμή για μια νέα, μετωπική σύγκρουση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στην Ελλάδα. Η κοινωνική οργή, η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η αγωνία της νέας γενιάς για το μέλλον της βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, την ώρα που οι πολιτικοί διασταυρώνουν τα ξίφη τους για το εάν οι κινητοποιήσεις μπορούν να αποκτήσουν ανάλογη ένταση και στη χώρα μας.

σχετικά άρθρα

Η σπίθα που άναψε τη φωτιά στην Αθήνα ήταν η φράση «άντε και στα δικά μας» στελέχους της νεολαίας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), με αφορμή τις εξελίξεις στη Γαλλία. Ακολούθησε η παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος ανέδειξε την κοινωνική διάσταση των κινητοποιήσεων και την οργή των νέων απέναντι στις ανισότητες και στα αδιέξοδα. Η κυβέρνηση απάντησε με σκληρή γλώσσα, ζητώντας σαφείς αποστάσεις από τις εικόνες βίας και καταστροφής.

Έτσι, η συζήτηση για όσα συμβαίνουν στη Γαλλία έπαψε να είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκή υπόθεση. Έγινε μέρος της ελληνικής πολιτικής αντιπαράθεσης, με τη Νέα Δημοκρατία να προειδοποιεί για τον κίνδυνο κανονικοποίησης ακραίων συμπεριφορών και την αντιπολίτευση να επιμένει ότι πίσω από τις κινητοποιήσεις υπάρχουν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορούν να αγνοούνται.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: μπορεί η Ελλάδα να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα αντίστοιχο κύμα αναταραχής ή η γαλλική κρίση χρησιμοποιείται κυρίως ως όπλο στην εσωτερική πολιτική μάχη;

Η ατάκα που άναψε το φυτίλι

Η φράση «άντε και στα δικά μας», που αποδόθηκε στον πρώην γραμματέα της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και νυν στέλεχος της ΕΛ.Α.Σ., Πάνο Λαμπρινίδη – Στάχτο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς ειπώθηκε με φόντο τις εικόνες αναταραχής στη Γαλλία.

Η αναφορά ότι «να πάρει σειρά η Ελλάδα» ερμηνεύτηκε από κυβερνητικά στελέχη ως μια επικίνδυνη πολιτική εξοικείωση με το ενδεχόμενο να εμφανιστούν ανάλογες εικόνες στη χώρα μας. Η συζήτηση μεταφέρθηκε αμέσως από τα αίτια της γαλλικής κοινωνικής έκρηξης στο εάν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν ή προσδοκούν την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων στην Ελλάδα.

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των κινητοποιήσεων αντιτείνουν ότι η πρόβλεψη για δυναμικές διαμαρτυρίες δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με προτροπή σε βία. Η μαζική συμμετοχή σε μια διαδήλωση, η διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών ζωής και η πολιτική αμφισβήτηση αποτελούν διαφορετικά πράγματα από τις λεηλασίες, τους εμπρησμούς και τις επιθέσεις.

Αυτή ακριβώς η διάκριση βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της πολιτικής σύγκρουσης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι εννοούσε κάθε στέλεχος, αλλά και ποια στάση θα κρατήσουν τα κόμματα εάν οι κοινωνικές πιέσεις μεταφραστούν σε μαζικές κινητοποιήσεις τις επόμενες εβδομάδες.

Η Σδούκου ανεβάζει τους τόνους απέναντι στον Τσίπρα

Η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, Αλεξάνδρα Σδούκου, σήκωσε το γάντι, ζητώντας από τον Αλέξη Τσίπρα να ξεκαθαρίσει το μήνυμα που εκπέμπει με τις δημόσιες παρεμβάσεις του για τη Γαλλία.

«Να διευκρινίσει αν το μήνυμά του είναι “σπάστε ό,τι βρείτε”», ήταν η αιχμηρή αναφορά της, η οποία συμπύκνωσε τη γραμμή της κυβέρνησης: άλλο η κοινωνική διαμαρτυρία και άλλο η ανοχή σε πράξεις βίας.

Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μετατρέψει το ζήτημα σε δοκιμασία πολιτικής ευθύνης για τον πρώην πρωθυπουργό. Με δεδομένο ότι ο Τσίπρας επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση και αναζητά διακριτό πολιτικό στίγμα, η στάση του απέναντι στις κινητοποιήσεις γίνεται αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης.

Η κυβέρνηση θέλει να καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της κοινωνικής αγανάκτησης χωρίς ρητό διαχωρισμό από τις καταστροφές. Από την πλευρά της, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι η ανάδειξη των κοινωνικών αιτιών δεν σημαίνει αποδοχή της βίας.

Το πολιτικό παιχνίδι, συνεπώς, παίζεται σε δύο επίπεδα: αφενός στην ουσία των κοινωνικών προβλημάτων και αφετέρου στην προσπάθεια κάθε πλευράς να χρεώσει στην άλλη είτε αδιαφορία για τη νέα γενιά είτε επικίνδυνη ανοχή στην ανομία.

Τσίπρας: Οι νέοι δεν θα μείνουν απαθείς

Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να εστιάσει στα αίτια της γαλλικής αναταραχής, συνδέοντας την αντίδραση της νεολαίας με τις ανισότητες, την απογοήτευση και την έλλειψη προοπτικής.

Στην παρέμβασή του υποστήριξε ότι όταν οι νέοι στερούνται την ελπίδα και βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιέξοδα, η οργή συσσωρεύεται. Παράλληλα, επισήμανε ότι η βία δεν αποτελεί λύση, διαχωρίζοντάς την από το δικαίωμα στην αντίδραση και στη διεκδίκηση.

Η τοποθέτησή του, πάντως, δεν έμεινε εκτός πολιτικού κάδρου. Η Νέα Δημοκρατία τη συνέδεσε με την επίμαχη φράση του στελέχους της ΕΛ.Α.Σ., ζητώντας από τον πρώην πρωθυπουργό να αποσαφηνίσει τα όρια της πολιτικής του στήριξης.

Στο παρασκήνιο, η στάση του Τσίπρα διαβάζεται και ως προσπάθεια να επανασυνδεθεί με ένα κοινό που στο παρελθόν είχε στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σήμερα αναζητά διαφορετική πολιτική έκφραση. Η ανάδειξη της νεολαίας, της κοινωνικής αδικίας και της οικονομικής πίεσης μπορεί να αποτελέσει βασικό άξονα της πολιτικής του παρέμβασης.

Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρει να κρατήσει τη συζήτηση στην κοινωνική ατζέντα ή αν η αντιπαράθεση για τη Γαλλία θα τον εγκλωβίσει σε μια διαρκή άμυνα απέναντι στις κατηγορίες της κυβέρνησης.

Μαθητές, φοιτητές και ένα φθινόπωρο με ανοιχτά μέτωπα

Η ανησυχία για πιθανή κλιμάκωση των κινητοποιήσεων συνδέεται και με το ενδεχόμενο να βγουν μαζικά στους δρόμους μαθητές και φοιτητές. Ο Νίκος Παππάς, γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, έχει απευθύνει κάλεσμα συμμετοχής στις κινητοποιήσεις, κάνοντας λόγο για την ανάγκη οι νέοι να διεκδικήσουν το μέλλον τους.

Η πολιτική συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται στις εικόνες από το Παρίσι. Επεκτείνεται στο εσωτερικό της Ελλάδας, όπου το κόστος στέγασης, οι τιμές των βασικών αγαθών, οι δυσκολίες των οικογενειών και η αβεβαιότητα για την επαγγελματική αποκατάσταση αποτελούν πεδία πραγματικής κοινωνικής πίεσης.

Αυτά τα προβλήματα μπορούν να τροφοδοτήσουν διαμαρτυρίες. Δεν σημαίνει, όμως, ότι οδηγούν αναγκαστικά σε βίαιες συγκρούσεις. Η έκταση, η διάρκεια και ο χαρακτήρας κάθε κινητοποίησης εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες: τα αιτήματα των συμμετεχόντων, τη στάση των πολιτικών δυνάμεων, την αντίδραση των αρχών και την ύπαρξη ή όχι γεγονότων που μπορούν να προκαλέσουν περαιτέρω ένταση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Να αναγνωρίσει τις πραγματικές αγωνίες των νέων χωρίς να υποτιμά τους κινδύνους της βίας και χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε ειρηνική διαδήλωση ως απειλή για τη δημόσια τάξη.

Γιατί η Γαλλία βρίσκεται σε αναβρασμό

Οι εικόνες από τη Γαλλία δεν μπορούν να εξηγηθούν με μία μόνο αιτία. Το αυξημένο κόστος ζωής, οι ανησυχίες για τις δημόσιες υπηρεσίες, οι κοινωνικές ανισότητες και η βαθιά πολιτική πόλωση συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η δυσαρέσκεια μπορεί να αποκτήσει μεγάλη ένταση.

Η γαλλική εμπειρία δείχνει επίσης πόσο εύκολα μια μαζική κινητοποίηση μπορεί να αποκτήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε διαφορετικά σημεία της χώρας. Οι ειρηνικοί διαδηλωτές δεν ταυτίζονται με όσους καταστρέφουν περιουσίες ή συγκρούονται με τις δυνάμεις ασφαλείας. Η εξίσωση όλων κάτω από μία ταμπέλα συσκοτίζει την πραγματικότητα, όπως και η αποσιώπηση των επεισοδίων δεν βοηθά στην κατανόησή της.

Η γαλλική κρίση έχει, παράλληλα, πολιτικές συνέπειες. Η αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να πείσουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και η ενίσχυση της πόλωσης δημιουργούν ένα περιβάλλον διαρκούς αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί αντίγραφο της Γαλλίας. Έχει διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Ωστόσο, οι πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς είναι ζητήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το ερώτημα δεν είναι αν θα επαναληφθούν υποχρεωτικά οι ίδιες εικόνες, αλλά αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να απορροφήσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με ουσιαστικές απαντήσεις.

Πόσο πιθανό είναι να μεταφερθούν τα επεισόδια στην Ελλάδα;

Η απάντηση απαιτεί προσοχή. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα οδηγείται αναπόφευκτα σε μια γαλλικού τύπου έκρηξη. Ούτε, όμως, μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων η εμφάνιση μεγάλων κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα εάν συνδυαστούν κοινωνική πίεση, πολιτική ένταση και ένα γεγονός που θα προκαλέσει ευρύτερη αντίδραση.

Το πρώτο που πρέπει να διαχωριστεί είναι η πιθανότητα μαζικών διαδηλώσεων από την πιθανότητα γενικευμένων επεισοδίων. Η πρώτη συνδέεται με συγκεκριμένα κοινωνικά αιτήματα και μπορεί να εκφραστεί απολύτως ειρηνικά. Η δεύτερη απαιτεί διαφορετική αξιολόγηση και δεν προκύπτει αυτόματα από τη δυσαρέσκεια.

Δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι η στάση των πολιτικών κομμάτων. Όταν οι δημόσιες παρεμβάσεις μετατρέπουν τις κοινωνικές διαμαρτυρίες σε πεδίο κομματικής σύγκρουσης, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η ουσία των αιτημάτων. Αντίστοιχα, όταν κάθε διαμαρτυρία αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει απειλή, μπορεί να ενισχυθεί η αίσθηση ότι οι πολίτες δεν ακούγονται.

Τρίτο στοιχείο είναι η αντίδραση της ίδιας της κοινωνίας. Η συμμετοχή των μαθητών και των φοιτητών, η έκταση των κινητοποιήσεων και η δυνατότητα διατήρησης ειρηνικού χαρακτήρα θα αποτελέσουν σημαντικές ενδείξεις για την πορεία των εξελίξεων.

Επομένως, η μεταφορά της γαλλικής αναταραχής στην Ελλάδα δεν είναι δεδομένη. Η πιθανότητα μαζικών κινητοποιήσεων είναι διαφορετικό ζήτημα από την πρόβλεψη για βίαιες συγκρούσεις. Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να οξύνεται, αλλά η πραγματική εικόνα θα κριθεί από τα γεγονότα και όχι από τις εκατέρωθεν προειδοποιήσεις.

Η μεγάλη πολιτική μάχη μόλις άρχισε

Για την κυβέρνηση, το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές πιέσεις χωρίς να επιτρέψει να κυριαρχήσει η ανομία. Για την αντιπολίτευση, η πρόκληση είναι να αναδείξει τα προβλήματα της καθημερινότητας και να στηρίξει το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα τη θέση της απέναντι στις καταστροφές και στη βία.

Για τον Αλέξη Τσίπρα, η υπόθεση της Γαλλίας ανοίγει ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, στο οποίο η προσπάθεια να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά τις πιέσεις της κυβέρνησης για σαφείς απαντήσεις. Για τη Νέα Δημοκρατία, η συζήτηση προσφέρει την ευκαιρία να θέσει το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης απέναντι σε όσους εμφανίζονται να προσδοκούν αντίστοιχες εικόνες στην Ελλάδα.

Πάνω από όλα, όμως, το ερώτημα αφορά την κοινωνία. Μπορεί το πολιτικό σύστημα να απαντήσει στην ακρίβεια, στη στεγαστική πίεση και στην αγωνία των νέων πριν η δυσαρέσκεια μετατραπεί σε ακόμη βαθύτερη σύγκρουση; Ή θα παρακολουθεί τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από το ποιος ευθύνεται για την ένταση, χωρίς να αντιμετωπίζει τις αιτίες της;

Η Γαλλία λειτουργεί ως προειδοποιητικός καθρέφτης, όχι ως προδιαγεγραμμένο σενάριο για την Ελλάδα. Οι δρόμοι δεν γεμίζουν μόνο από πολιτικά συνθήματα, αλλά και από συσσωρευμένα προβλήματα. Και η κοινωνική οργή δεν οδηγεί υποχρεωτικά στη βία, μπορεί όμως να γίνει επικίνδυνη όταν συναντά αδιαφορία, αδιέξοδα και μια πολιτική αντιπαράθεση που αδυνατεί να ξεφύγει από την κομματική σκοπιμότητα.

Το αν θα γίνουμε Γαλλία δεν μπορεί να απαντηθεί με συνθήματα. Θα κριθεί από το πώς θα αντιδράσει η κοινωνία, από το πώς θα κινηθούν οι πολιτικές δυνάμεις και, κυρίως, από το αν θα υπάρξουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα που γεννούν τη δυσαρέσκεια.