Σεμνά και ταπεινά αλλιώς… ανασχηματισμός
Η κοινωνία αξιολογεί αρνητικά τους υπουργούς της ΝΔ
Η γαλάζια καμπάνα χτυπά δυνατά – «Ξεκαβαλικέψτε» πριν η κοινωνία γυρίσει την πλάτη.
σχετικά άρθρα
Η εσωκομματική γκρίνια βγήκε πλέον στο φως – Βουλευτές δείχνουν υπουργούς, το Μαξίμου επιχειρεί να βάλει φρένο και ο Μητσοτάκης στέλνει μήνυμα ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος.
Το καμπανάκι δεν χτυπά πλέον χαμηλόφωνα στους διαδρόμους της Νέας Δημοκρατίας. Χτυπά δημόσια, δυνατά και με τρόπο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Η λέξη «αλαζονεία» μπήκε με ασυνήθιστη ένταση στην εσωκομματική συζήτηση και πλέον δεν αφορά απλώς τις παρασκηνιακές κουβέντες βουλευτών. Μετά την παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη, ακολούθησαν και άλλες φωνές από το εσωτερικό της «γαλάζιας» παράταξης, με αιχμές για υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη που εμφανίζονται να έχουν χάσει την επαφή με την κοινωνία.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση πλέον δεν γίνεται μόνο για το αν υπάρχει πρόβλημα, αλλά για το πόσο μεγάλο είναι και πόσο βαθιά έχει φτάσει.

Η Ντόρα Μπακογιάννη έδωσε τον πιο καθαρό και ηχηρό τόνο. Μίλησε ανοιχτά για υπουργούς που, όπως είπε, εμφανίζουν αλαζονικές συμπεριφορές και τους κάλεσε να «ξεκαβαλικέψουν», υπογραμμίζοντας ότι τέτοια φαινόμενα πρέπει να κοπούν άμεσα.
Δεν έμεινε όμως εκεί.
Ο Δημήτρης Καιρίδης μίλησε για τον «κακό εαυτό» της παράταξης, αναφέρθηκε σε αλαζονεία και ελιτισμό, ενώ ο Δημήτρης Καλογερόπουλος έβαλε στο κάδρο την ανάγκη να «κοπούν οι μύτες» εκείνων που εμφανίζονται απομακρυσμένοι από την πραγματικότητα των πολιτών.
Το μήνυμα είναι πλέον δύσκολο να παρερμηνευθεί: μέσα στη ΝΔ υπάρχουν στελέχη που θεωρούν ότι ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες έχουν αρχίσει να συμπεριφέρονται σαν να θεωρούν δεδομένη την πολιτική τους θέση.
Και αυτό, σε προεκλογική περίοδο, είναι από μόνο του πολιτικό πρόβλημα.
Δύο γραμμές μέσα στη ΝΔ

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία.
Άδωνις Γεωργιάδης, Μάκης Βορίδης και Κωνσταντίνος Κυρανάκης έχουν κινηθεί σε διαφορετική γραμμή, δηλώνοντας ότι δεν διαπιστώνουν το φαινόμενο που περιγράφουν άλλοι «γαλάζιοι» βουλευτές. Ο Γεωργιάδης μάλιστα απάντησε δημόσια στην κριτική της Μπακογιάννη, εκφράζοντας τη διαφωνία του με την εικόνα περί υπουργών που έχουν «καβαλήσει το καλάμι».
Έτσι, πίσω από τις δηλώσεις για την «αλαζονεία» κρύβεται μια δεύτερη, πιο ουσιαστική συζήτηση:
Υπάρχει πραγματικά πρόβλημα συμπεριφοράς στην κυβέρνηση ή πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις που διογκώνονται μέσα στην εσωκομματική γκρίνια;
Το γεγονός ότι οι απαντήσεις από το εσωτερικό της ΝΔ δεν είναι ίδιες δείχνει ότι το θέμα έχει ήδη αποκτήσει πολιτικό βάθος.

Γιατί το Μαξίμου δεν μπορεί να το προσπεράσει
Η χρονική συγκυρία κάνει το ζήτημα ακόμη πιο ευαίσθητο.
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της την τελική πολιτική ευθεία προς τις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027. Και όσο πλησιάζει η κάλπη, κάθε εικόνα αλαζονείας, κάθε δημόσια παραφωνία και κάθε υπουργική δήλωση που προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις αποκτά πολλαπλάσιο πολιτικό βάρος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη θέσει ο ίδιος το πλαίσιο: σεμνότητα, ταπεινότητα και καμία αίσθηση ότι κάποιος είναι αναντικατάστατος.
Μάλιστα, το μήνυμα αυτό συνδέεται πλέον άμεσα με την αξιολόγηση των κυβερνητικών στελεχών. Δεν μετρά μόνο το αποτέλεσμα ενός υπουργού. Μετρά και ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται, επικοινωνεί και στέκεται απέναντι στους πολίτες.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα για το Μαξίμου.
Μια κυβέρνηση μπορεί να υπερασπιστεί μια δύσκολη απόφαση. Μπορεί να εξηγήσει μια αστοχία. Μπορεί να διορθώσει μια πολιτική.
Πολύ δυσκολότερα όμως διορθώνει την εικόνα μιας εξουσίας που δείχνει να μην ακούει.
Το «καμπανάκι» δεν είναι μόνο επικοινωνιακό
Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στο ύφος.
Πίσω από τις αιχμές για υπουργούς κρύβεται η αγωνία για την απόσταση που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία.
Ακρίβεια, ενέργεια, εισόδημα, στέγαση, καθημερινότητα. Σε όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο ένας υπουργός μιλά και απαντά μπορεί να γίνει εξίσου σημαντικός με την ίδια την πολιτική που εφαρμόζει.
Και γι’ αυτό οι δημόσιες παρεμβάσεις υπουργών σε ευαίσθητα ζητήματα μπορούν να εξελιχθούν από επικοινωνιακό επεισόδιο σε πολιτικό πρόβλημα.
Το Μαξίμου γνωρίζει ότι η κυβερνητική εικόνα δεν χτίζεται μόνο από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες. Χτίζεται και από κάθε υπουργό ξεχωριστά.
Και όταν ένας υπουργός δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται μακριά από την κοινωνία, η φθορά δεν μένει απαραίτητα στο πρόσωπό του. Μπορεί να επιστρέψει ολόκληρη στο κυβερνητικό σχήμα.
Το μήνυμα Μητσοτάκη: κανείς δεν είναι αναντικατάστατος
Ο πρωθυπουργός έχει ήδη προειδοποιήσει ότι κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν πρέπει να αποκτήσει την αίσθηση πως είναι αναντικατάστατο.
Αυτό δεν είναι μια απλή πολιτική νουθεσία. Είναι μήνυμα προς ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο.
Η αξιολόγηση δεν αφορά μόνο αριθμούς, νομοσχέδια και κυβερνητικό έργο. Αφορά και χαρακτήρα, συμπεριφορά, δημόσια παρουσία και πολιτική αντίληψη.
Με άλλα λόγια, το Μαξίμου θέλει υπουργούς που να παράγουν έργο, να το εξηγούν και ταυτόχρονα να μην χάνουν την επαφή με αυτούς για τους οποίους παράγεται το έργο.
Από αυτή την άποψη, η δημόσια συζήτηση για την «αλαζονεία» δεν είναι άσχετη με την εκλογική στρατηγική της κυβέρνησης.

Ανασχηματισμός ή «κούρεμα» συμπεριφορών;
Το επόμενο ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Θα περιοριστεί σε αυστηρές συστάσεις; Θα επιχειρήσει να επιβάλει μεγαλύτερο κυβερνητικό συντονισμό; Θα αξιοποιήσει την αξιολόγηση των προσώπων; Ή, εφόσον κρίνει ότι κάποιοι δεν ανταποκρίνονται, θα προχωρήσει σε αλλαγές;
Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί νέος γενικός ανασχηματισμός ως απάντηση στη συγκεκριμένη συζήτηση.
Όμως το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: η συμπεριφορά των κυβερνητικών στελεχών θα συνυπολογίζεται.
Και αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι σημερινές δημόσιες συζητήσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία όταν έρθει η ώρα των επόμενων αποφάσεων για τα πρόσωπα.
Η «επιστροφή» στην κοινωνία
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο επίπεδο είναι η επαφή με την κοινωνία.
Περιοδείες, παρουσία στην περιφέρεια, συναντήσεις με πολίτες, καλύτερος συντονισμός και λιγότερες προσωπικές στρατηγικές.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι όσο πλησιάζει η κάλπη, δεν αρκεί να παρουσιάζει έργο. Πρέπει να πείσει ότι ακούει.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στο Μέγαρο Μαξίμου, στα υπουργικά γραφεία ή στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Κρίνεται στην καθημερινότητα.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη παγίδα για οποιαδήποτε κυβέρνηση που βρίσκεται πολλά χρόνια στην εξουσία: να αρχίσει να βλέπει την κοινωνία μέσα από τα φίλτρα της εξουσίας και όχι την εξουσία μέσα από τα μάτια της κοινωνίας.
Το πραγματικό στοίχημα για τη ΝΔ
Η συζήτηση για την «αλαζονεία» δεν είναι πλέον μια εσωκομματική παρένθεση.
Έγινε δημόσια. Πήρε διαστάσεις. Και απέκτησε πολιτικό βάρος.
Από τη μία πλευρά, στελέχη της ΝΔ προειδοποιούν για «καβαλημένα καλάμια», ελιτισμό και απομάκρυνση από την κοινωνία. Από την άλλη, κυβερνητικά στελέχη δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει γενικευμένο πρόβλημα.
Όμως για το Μαξίμου υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά:
Δεν έχει τόση σημασία αν όλοι συμφωνούν ότι υπάρχει «αλαζονεία».
Σημασία έχει αν ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας αρχίζει να αισθάνεται ότι η κυβέρνηση δεν ακούει.
Και αυτό είναι το καμπανάκι που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Οι εκλογές έχουν τοποθετηθεί για την άνοιξη του 2027. Ο χρόνος, επομένως, μετρά αντίστροφα.
Μέχρι τότε, το Μαξίμου καλείται να κρατήσει ενωμένη την κυβερνητική ομάδα, να περιορίσει τις δημόσιες παραφωνίες και να υπενθυμίσει στα στελέχη του ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Γιατί στην πολιτική υπάρχει μια σταθερά που ισχύει ανεξάρτητα από δημοσκοπήσεις και εκλογικούς σχεδιασμούς: κανένας υπουργός δεν είναι αναντικατάστατος και καμία κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να θεωρεί δεδομένη την κοινωνία.

