Πόλεμος μέχρις εσχάτων στην Κεντροαριστερά – Ανδρουλάκης και Τσίπρας βγάζουν τα μαχαίρια!
«Βλάκας» ο ένας, «Ι.Χ. κόμμα» ο άλλος – Η έκρηξη Καρτερού, η οργισμένη απάντηση της Χαριλάου Τρικούπη και το παρασκήνιο μιας ανελέητης μάχης για την πρωτοκαθεδρία στον προοδευτικό χώρο.
Στα χαρακώματα ΠΑΣΟΚ και Τσίπρας – Προσωπικές επιθέσεις, βαριές καταγγελίες και αλληλοκαρφώματα που τινάζουν στον αέρα κάθε συζήτηση για μετεκλογική συνεργασία. Ο Ανδρουλάκης βλέπει τον πρώην πρωθυπουργό ως απειλή για την πολιτική κυριαρχία του, ενώ η πλευρά Τσίπρα κατηγορεί τη Χαριλάου Τρικούπη ότι παίζει το παιχνίδι της Νέας Δημοκρατίας. Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος θα βγει ζωντανός από τον πόλεμο για τη δεύτερη θέση και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό στις κάλπες;
Η μάχη για την ηγεμονία στην Κεντροαριστερά περνά σε άλλη πίστα. Οι μάσκες πέφτουν, οι φιλοφρονήσεις αποτελούν παρελθόν και οι υπαινιγμοί δίνουν τη θέση τους στις προσωπικές επιθέσεις. Νίκος Ανδρουλάκης και Αλέξης Τσίπρας βρίσκονται πλέον σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης, με το ΠΑΣΟΚ και το νέο πολιτικό εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού να ανταλλάσσουν πυρά χωρίς να αφήνουν πολλά περιθώρια για παρερμηνείες.
Η σπίθα που άναψε τη φωτιά ήταν το άρθρο του Θανάση Καρτερού στην «Εφημερίδα των Συντακτών», με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τελικά τι συμβαίνει με τον κ. Ανδρουλάκη;». Το ερώτημα που έθεσε ο αρθρογράφος για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ήταν ωμό και προκλητικό: «Τελικά ο Ανδρουλάκης είναι βλάκας;». Μια φράση που πυροδότησε πολιτικό σεισμό, καθώς η Χαριλάου Τρικούπη δεν αντιμετώπισε το δημοσίευμα ως μια απλή δημοσιογραφική κριτική, αλλά ως ευθεία επίθεση με πολιτικό αποστολέα.
Η απάντηση ήρθε με σκληρή ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο έβαλε στο στόχαστρο προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα, αποδίδοντάς του την ευθύνη για την επίθεση που δέχθηκε ο αρχηγός του. Από εκείνο το σημείο και μετά, η αντιπαράθεση ξέφυγε από τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής διαφωνίας και μετατράπηκε σε ανοιχτό πόλεμο για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στον προοδευτικό χώρο.
Το πραγματικό διακύβευμα, όμως, δεν είναι ένας χαρακτηρισμός ούτε ένα άρθρο. Είναι η μάχη για την πολιτική επιβίωση, την εκλογική επιρροή και την επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς.

Το «βλάκας» που άναψε το φιτίλι
Ο Θανάσης Καρτερός δεν περιορίστηκε σε μια ήπια κριτική της τακτικής του Νίκου Ανδρουλάκη. Έθεσε ευθέως υπό αμφισβήτηση τη στρατηγική της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, αναρωτώμενος αν ο πρόεδρος του κόμματος πιστεύει πραγματικά ότι μπορεί να νικήσει τη Νέα Δημοκρατία, έστω και με μία ψήφο διαφορά, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει το εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού ως απειλή.
Ο αρθρογράφος υποστήριξε ότι η διαρκής όξυνση της αντιπαράθεσης με την πλευρά Τσίπρα μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά αυτοκαταστροφική για τη Χαριλάου Τρικούπη. Κατά τη δική του ανάγνωση, ο καβγάς για τη δεύτερη θέση βολεύει πρωτίστως το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς κατακερματίζει τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την κυβέρνηση.
Το πιο αιχμηρό σημείο του άρθρου ήταν το δίλημμα που έθεσε ο Καρτερός: πρόκειται για πολιτικό λάθος ή για συνειδητή κομματική στρατηγική; Στη δεύτερη περίπτωση, άφησε να εννοηθεί ότι η στάση του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποκλείει κάθε προοπτική προοδευτικής συνεργασίας μετά τις εκλογές, ανοίγοντας ακόμη και τον δρόμο για διαφορετικού τύπου μετεκλογικές συνεννοήσεις.
Για τη Χαριλάου Τρικούπη, ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο η φρασεολογία. Είναι η αίσθηση ότι ο πρώην πρωθυπουργός και πρόσωπα του περιβάλλοντός του επιχειρούν να αποδυναμώσουν τον Ανδρουλάκη, τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιπολίτευση.
Και κάπως έτσι, μια πολιτική διαφωνία μετατράπηκε σε προσωπική αναμέτρηση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η Χαριλάου Τρικούπη περνά στην αντεπίθεση: «Ο Τσίπρας υπαγορεύει και ο Καρτερός εκτελεί»
Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ ήταν άμεση και με σαφή στόχο: να μεταφέρει την πίεση στην πλευρά του Αλέξη Τσίπρα και να τον καταστήσει προσωπικά υπεύθυνο για την κλιμάκωση.
«Ο κ. Τσίπρας υπαγορεύει και ο κ. Καρτερός, ο άλλοτε λογογράφος του, εκτελεί με τη γραφίδα του την προσωπική επίθεση στον Νίκο Ανδρουλάκη με πρωτοφανείς και ανοίκειους χαρακτηρισμούς», ανέφερε η Χαριλάου Τρικούπη, περνώντας στην αντεπίθεση με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα.
Το ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού «Ι.Χ. κόμμα» που έχει ξεμείνει από πολιτικά καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι, αντί να παρουσιάσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, καταφεύγει στην τοξικότητα και στον προσωπικό πόλεμο.
Η ουσία της απάντησης ήταν ξεκάθαρη: ο Ανδρουλάκης δεν προτίθεται να αφήσει αναπάντητη οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης της ηγεσίας του. Και, κυρίως, δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να αποδεχθεί ότι ο Τσίπρας μπορεί να επιστρέψει στο πολιτικό σκηνικό διεκδικώντας την πρωτοκαθεδρία στον ίδιο χώρο χωρίς να συναντήσει σκληρή αντίσταση.
Η ανακοίνωση της Χαριλάου Τρικούπη περιλάμβανε, μάλιστα, συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές για τις θέσεις του πρώην πρωθυπουργού σχετικά με το ιδιωτικό χρέος, τον 13ο μισθό και τη 13η σύνταξη, καθώς και αναφορές στο ζήτημα του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI. Με αυτόν τον τρόπο, το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να μεταφέρει τη σύγκρουση από τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς στην πολιτική ουσία, αμφισβητώντας την αξιοπιστία των θέσεων του Τσίπρα.
Το μήνυμα προς την πλευρά του πρώην πρωθυπουργού ήταν επιθετικό: αν θέλει να αναμετρηθεί με τον Ανδρουλάκη, θα πρέπει να το κάνει ανοιχτά και όχι, όπως υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ, μέσω προσώπων που βρίσκονται κοντά του.
Οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν την πολιτική θέση της Χαριλάου Τρικούπη και όχι αποδεδειγμένα στοιχεία για συντονισμένη επίθεση από το περιβάλλον Τσίπρα. Το γεγονός, πάντως, ότι διατυπώθηκαν με τέτοια ένταση δείχνει το επίπεδο δυσπιστίας που έχει πλέον διαμορφωθεί μεταξύ των δύο πλευρών.

Η μάχη για τη δεύτερη θέση και το δώρο στο Μαξίμου
Πίσω από τις βαριές κουβέντες βρίσκεται η αγωνία για την επόμενη ημέρα. Ο Ανδρουλάκης έχει κάθε λόγο να θέλει να κατοχυρώσει το ΠΑΣΟΚ ως τον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας. Από την άλλη πλευρά, ο Τσίπρας επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στον προοδευτικό χώρο, διεκδικώντας πολιτικό ακροατήριο που δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι δύο πολιτικοί απευθύνονται σε μεγάλο βαθμό σε κοινές δεξαμενές ψηφοφόρων. Απευθύνονται σε πολίτες που απογοητεύτηκαν από την κυβέρνηση, σε ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς που αναζητούν εναλλακτική πρόταση εξουσίας και σε όσους θεωρούν ότι η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει να συγκροτήσει ένα πειστικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Αυτή ακριβώς η επικάλυψη εξηγεί γιατί η αντιπαράθεση αποκτά τόσο προσωπικά χαρακτηριστικά. Κάθε ποσοστιαία μονάδα που κερδίζει ο ένας μπορεί να θεωρηθεί απώλεια για τον άλλον. Και κάθε πολιτική πρωτοβουλία που ενισχύει τον έναν ενδέχεται να περιορίζει τον χώρο κινήσεων του αντιπάλου του.
Ο Καρτερός υποστηρίζει ότι αυτή η σύγκρουση ευνοεί τη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ, αντιθέτως, επιμένει ότι η πολιτική του αντιπαράθεση με τον Τσίπρα είναι αναγκαία, καθώς θεωρεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν παρουσιάζει επαρκώς τεκμηριωμένη εναλλακτική πρόταση και επιδιώκει να επικρατήσει έναντι του ΠΑΣΟΚ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό παράδοξο: δύο δυνάμεις που θα μπορούσαν να έχουν κοινό αντίπαλο βρίσκονται σε μια αναμέτρηση που καταναλώνει σημαντικό μέρος της πολιτικής τους ενέργειας.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η σύγκρουση θα συσπειρώσει τους δικούς τους ψηφοφόρους ή αν θα απομακρύνει εκείνους που περιμένουν από την αντιπολίτευση μια πειστική πρόταση διακυβέρνησης.
Από την πολιτική κόντρα στον προσωπικό πόλεμο
Η ένταση δεν περιορίστηκε στην ανταλλαγή ανακοινώσεων. Στην αντιπαράθεση προστέθηκε και ο γραμματέας Επικοινωνίας του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Κατσικάρης, ο οποίος εξαπέλυσε σφοδρή προσωπική επίθεση στον Θανάση Καρτερό μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η παρέμβαση αυτή επιβεβαίωσε ότι η αντιπαράθεση έχει ξεφύγει από τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής διαφωνίας. Το επίκεντρο δεν είναι πλέον μόνο οι προγραμματικές διαφορές, η εκλογική στρατηγική ή οι πιθανές μετεκλογικές συνεργασίες. Είναι και η δημόσια εικόνα των πρωταγωνιστών, η αξιοπιστία τους και η δυνατότητά τους να εμφανιστούν ως η κυρίαρχη δύναμη στον προοδευτικό χώρο.
Η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται έτσι από τα προγράμματα και τις προτάσεις στους χαρακτηρισμούς, στις καταγγελίες και στην προσπάθεια απαξίωσης του αντιπάλου.
Για τον Ανδρουλάκη, η πρόκληση είναι να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια διαρκή μάχη με τον πρώην πρωθυπουργό. Για τον Τσίπρα, το στοίχημα είναι να πείσει ότι η επιστροφή του δεν αποτελεί απλώς μια νέα διεκδίκηση του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου, αλλά μια ουσιαστική πολιτική πρόταση με προοπτική διακυβέρνησης.
Και οι δύο, πάντως, γνωρίζουν ότι η εικόνα που εκπέμπουν προς την κοινωνία μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τις δημοσκοπικές επιδόσεις τους.
Το μεγάλο ερώτημα: Θα καεί η Κεντροαριστερά στον εμφύλιο;
Η πιο κρίσιμη παράμετρος αυτής της αναμέτρησης βρίσκεται στην επόμενη ημέρα των εκλογών. Εφόσον οι δύο πλευρές συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως βασικό αντίπαλο, οι δυνατότητες συνεννόησης θα περιορίζονται όσο η ένταση κλιμακώνεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια μελλοντική συνεργασία έχει αποκλειστεί οριστικά. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε νέα προσωπική επίθεση ανεβάζει το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης συνεννόησης και δυσκολεύει την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως αξιόπιστη επιλογή στους ψηφοφόρους.
Ο Τσίπρας έχει δηλώσει ότι το ΠΑΣΟΚ και το δικό του εγχείρημα είναι ανταγωνιστικά, καθώς απευθύνονται σε κοινό ακροατήριο, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αντίπαλα με την έννοια του οριστικού αποκλεισμού κάθε συνεργασίας. Η σημερινή εικόνα, ωστόσο, απέχει πολύ από ένα κλίμα πολιτικής συνεννόησης.
Από την πλευρά του, ο Ανδρουλάκης καλείται να υπερασπιστεί την αυτονομία και την πολιτική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την παγίδα να μετατραπεί η αντιπολιτευτική στρατηγική του σε έναν διαρκή ανταγωνισμό με τον πρώην πρωθυπουργό.
Το δίλημμα είναι σκληρό. Αν το ΠΑΣΟΚ επιλέξει την αδιάκοπη σύγκρουση, κινδυνεύει να δώσει την εντύπωση ότι προτεραιότητά του είναι η αναχαίτιση του Τσίπρα και όχι η πολιτική ήττα της Νέας Δημοκρατίας. Αν, από την άλλη, αποφύγει την αντιπαράθεση, κινδυνεύει να αφήσει αναπάντητες τις κινήσεις ενός ανταγωνιστή που διεκδικεί το ίδιο ακροατήριο.
Αντίστοιχα, ο Τσίπρας θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να συγκροτήσει μια αξιόπιστη πολιτική εναλλακτική και όχι απλώς να αμφισβητήσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

Η κάλπη θα δείξει ποιος έχει το πάνω χέρι
Η σύγκρουση Ανδρουλάκη – Τσίπρα μόλις απέκτησε νέα ένταση, αλλά η πραγματική ετυμηγορία δεν θα δοθεί στις ανακοινώσεις ούτε στα άρθρα γνώμης. Θα δοθεί από τους ψηφοφόρους.
Εκεί θα φανεί αν η σκληρή γραμμή του ΠΑΣΟΚ ενισχύει την εικόνα του ως βασικής εναλλακτικής απέναντι στη Νέα Δημοκρατία ή αν τελικά λειτουργεί υπέρ της πολιτικής επιστροφής του Τσίπρα. Θα φανεί, επίσης, αν ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να διευρύνει την επιρροή του ή αν η προσπάθειά του θα προσκρούσει στην καχυποψία ενός τμήματος της Κεντροαριστεράς.
Μέχρι τότε, ο πόλεμος αναμένεται να συνεχιστεί. Με αλληλοκατηγορίες, δημόσιες παρεμβάσεις και ολοένα σκληρότερη ρητορική.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Κεντροαριστερά βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία: θα καταφέρει να μετατρέψει τον ανταγωνισμό σε πολιτική πρόταση ή θα εγκλωβιστεί σε έναν εμφύλιο που θα αφήσει τη Νέα Δημοκρατία να παρακολουθεί από απόσταση;
Στη μάχη για την πρωτοκαθεδρία, κανείς δεν έχει εξασφαλισμένη τη νίκη. Και όσο οι δύο πλευρές επιλέγουν τα χαρακώματα αντί για την πολιτική αντιπαράθεση επί της ουσίας, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να χάσουν και οι δύο.
