Οι Αρχές συνέλαβαν υπόπτους για την επίθεση στη Marfin μετά από 16 χρόνια
Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία της Marfin, στην οποία έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα, οι Αρχές προχώρησαν στη σύλληψη δύο ανδρών. Παράλληλα, εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης για μία ακόμη γυναίκα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, καθοριστικό στοιχείο για την εξιχνίαση της υπόθεσης αποτέλεσε μία φωτογραφία. Αυτή, σε συνδυασμό με την επανεπεξεργασία παλαιότερου βιντεοληπτικού υλικού και νέες καταθέσεις, οδήγησε στην αποκάλυψη κρίσιμων χαρακτηριστικών των υπόπτων. Οι αναλυτές της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) συνέκριναν το αρχικό υλικό του 2010 με νεότερες φωτογραφίες, καταλήγοντας στην ταυτοποίησή τους. Επιπλέον, την επανενεργοποίηση της έρευνας πυροδότησε ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα προς τις διωκτικές αρχές, το οποίο κατονόμαζε τρία συγκεκριμένα πρόσωπα ως εμπλεκόμενα στην εμπρηστική επίθεση.
Οι δύο 42χρονοι άνδρες, που φέρονται να είναι γνωστοί στις Αρχές από τη δράση τους στον αντιεξουσιαστικό χώρο, συνελήφθησαν μετά από ταυτόχρονες αστυνομικές επιχειρήσεις σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Σε βάρος τους ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή και τους δόθηκε προθεσμία να απολογηθούν την Τρίτη. Η υπόθεση της Marfin είχε παραμείνει ανεξιχνίαστη για πολλά χρόνια, με προηγούμενη δικαστική απόφαση του 2016 να καταλήγει σε αθώωση κατηγορούμενου λόγω αμφιβολιών. Οι συγγενείς των θυμάτων και οι επιζώντες της τραγωδίας της 5ης Μαΐου 2010, η οποία συγκλόνισε τη χώρα, εκφράζουν σήμερα την επιθυμία τους για την απόδοση δικαιοσύνης.
Η διασωθείσα Μαρία Καραγιάννη, η οποία είχε απεικονιστεί σε φωτογραφία του 2010 να ζητά βοήθεια από το μπαλκόνι του υποκαταστήματος, εξέφρασε την έντονη ταραχή της μετά τις συλλήψεις. Δήλωσε ότι αντιμετωπίζει την είδηση με επιφυλακτικότητα, δεδομένου ότι ο φάκελος της υπόθεσης είχε ανοίξει και άλλες φορές στο παρελθόν χωρίς αποτέλεσμα. Η κ. Καραγιάννη εξέφρασε επίσης θυμό για τη μακροχρόνια ανεξιχνίαστη φύση της υπόθεσης, τονίζοντας την απορία της για το πώς δεν είχαν ταυτοποιηθεί οι δράστες νωρίτερα, παρά τις πολλές κάμερες στο κέντρο της Αθήνας. Επεσήμανε την οργή της για το ενδεχόμενο πολιτικής εκμετάλλευσης της τραγωδίας και ζήτησε «ηθική αποκατάσταση» και τη φυλάκιση των δραστών, σε περίπτωση που οι συλληφθέντες είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι. Τόνισε την επιθυμία της να δει τους υπεύθυνους να τιμωρούνται σύμφωνα με τον νόμο, ώστε να υπάρξει δικαιοσύνη για το κακό που προκάλεσαν, καταστρέφοντας ψυχικά και σωματικά τους επιζώντες, ενώ τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.
Η τραγωδία συνέβη στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων στην Αθήνα ενάντια στην ψήφιση του πρώτου μνημονίου. Η ένταση στους δρόμους ήταν οξυμένη και σημειώνονταν εκτεταμένα επεισόδια. Άγνωστοι δράστες εκτόξευσαν μολότοφ και εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα της Marfin Bank στην οδό Σταδίου 23, όπου βρίσκονταν περίπου 25-30 εργαζόμενοι. Το κτίριο τυλίχθηκε γρήγορα στις φλόγες, με τις αναθυμιάσεις να εγκλωβίζουν εργαζόμενους. Τα οχήματα της πυροσβεστικής αντιμετώπισαν δυσκολίες πρόσβασης στο σημείο λόγω παρεμπόδισης από κουκουλοφόρους. Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, τρεις εργαζόμενοι ανασύρθηκαν νεκροί από ασφυξία: η 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, ο 36χρονος Επαμεινώνδας Τσακάλης και η 32χρονη έγκυος Αγγελική Παπαθανασοπούλου. Οι θέσεις όπου βρέθηκαν οι σοροί τους εντοπίστηκαν σε διαφορετικά σημεία του κτιρίου.
Το 2013, στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια και ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας. Η υπόθεση επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών τον Δεκέμβριο του 2024, μετά από αναίρεση του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε διαπιστώσει νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και είχε διατάξει την επανεξέταση των ευθυνών της τράπεζας και του Διοικητικού της Συμβουλίου όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας. Η τραγωδία της Marfin αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με σημαντικό κοινωνικό και δικαστικό αποτύπωμα.

