Ο Κωνσταντίνος Δρακούδης μετοίκησε από την Αθήνα στον Έβρο
Στην Ορεστιάδα, το όνομα του Κωνσταντίνου Δρακούδη, 30 ετών, είναι πλέον ευρέως γνωστό. Σε μια ακριτική πόλη που παραδοσιακά αποχαιρετά τους νέους προς τα αστικά κέντρα, η δική του απόφαση να εγκαταλείψει την Αθήνα, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για τον Έβρο, έχει προκαλέσει συζητήσεις σχετικά με την ποιότητα ζωής και τα κριτήρια επιλογής του τόπου διαμονής.
Ο ίδιος συνοψίζει το δίλημμα, δηλώνοντας: «Το θέμα είναι πού θέλεις να ποντάρεις. Αν ποντάρεις αποκλειστικά στη δουλειά, δεν υπάρχει λόγος να μείνεις στην Ορεστιάδα. Αν ποντάρεις στην ηρεμία σου, ο Έβρος είναι ιδανικός». Για τον κ. Δρακούδη, η επιλογή του δεν αφορούσε μόνο επαγγελματική αλλαγή, αλλά μια αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων. Η καθημερινότητα χωρίς πολύωρες μετακινήσεις, οι πιο ήπιοι ρυθμοί και η αίσθηση ότι ο προσωπικός χρόνος ανακτά αξία, αποτέλεσαν ισχυρότερα κίνητρα έναντι των ευκαιριών που προσφέρει μια μεγαλούπολη.
Ο κ. Δρακούδης αποτελεί έναν από τους πέντε δικαιούχους που εγκρίθηκε η αίτησή τους στο πρόγραμμα «Μετεγκατάσταση» του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Η Ορεστιάδα δεν ήταν για εκείνον άγνωστη, καθώς είχε φοιτήσει εκεί Γυμνάσιο και Λύκειο λόγω της εργασίας του πατέρα του, που κατάγεται από το Σπήλαιο Έβρου. Μετά τις σπουδές του, επέστρεφε στην περιοχή μόνο για διακοπές.
Η απόφασή του δεν ήταν παρορμητική, αλλά αποτέλεσμα πολυετούς σκέψης. «Το σκεφτόμουν τουλάχιστον 2-3 χρόνια να γυρίσω στην Ορεστιάδα», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η καθημερινότητα της πρωτεύουσας, με τις ατελείωτες ώρες στις μετακινήσεις και τον περιορισμένο προσωπικό χρόνο, τον οδήγησε σε επανεκτίμηση. «Ήμουν από το 2013 στην Αθήνα, σπούδασα, έκανα διάφορες δουλειές, και η ζωή μου ουσιαστικά ήταν στον δρόμο, σε ένα αυτοκίνητο. Αυτό ήταν που με κούρασε περισσότερο».
Ο Κωνσταντίνος Δρακούδης κατοικεί στην Ορεστιάδα περίπου έναν χρόνο και πέντε μήνες και δηλώνει ότι δεν έχει μετανιώσει για την επιλογή του. Επισημαίνει ωστόσο ότι «τον χειμώνα θα καταλάβω πλήρως εάν ήταν μία σωστή ή λάθος επιλογή». Θεωρεί ότι ένας νέος χωρίς δεσμούς με τον Έβρο δύσκολα θα επέλεγε την περιοχή. «Από την Ορεστιάδα νοστάλγησα την ηρεμία που μου προσφέρει, και τις μικρές αποστάσεις. Νιώθω ξεκούραστος. Ωστόσο, αυτό που μου λείπει από την Αθήνα είναι οι ευκαιρίες που υπάρχουν σε επαγγελματικό επίπεδο».
Εργάζεται ως γεωπόνος στον Έβρο, θέση την οποία βρήκε εύκολα χάρη σε επαφές που είχε διατηρήσει από τα μαθητικά του χρόνια. Ο ίδιος εκτιμά ότι «είναι δύσκολο να βρει κάποιος δουλειά, πέρα από τον πρωτογενή τομέα και το Δημόσιο» για όσους δεν έχουν διασυνδέσεις. Προτείνει την εγκατάσταση σε όσους έχουν ήδη σπίτι στην περιοχή, καθώς η έλλειψη βάσης καθιστά την κατάσταση δύσκολη χωρίς κεφάλαιο για επένδυση.
Παρόλο που δεν ανυπομονούσε να φύγει από την Ορεστιάδα στα νιάτα του, ο κ. Δρακούδης τονίζει ότι «ενδεχομένως να γυρνούσα στην Αθήνα για 5 χρόνια, γιατί ξέρω πως θα έβγαζα περισσότερα χρήματα». Ωστόσο, όσον αφορά την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα, πάντα θα επέλεγε τον Έβρο, καθώς η ψυχολογία του είναι καλύτερη και του δόθηκε ο χρόνος να ανακαλύψει με τι θέλει να ασχοληθεί, κάτι που δεν είχε στην πρωτεύουσα.
Η περιήγησή του στα μικρά χωριά του βορείου Έβρου τον οδήγησε σε απογοητευτικά συμπεράσματα, καθώς «τα χωριά μας έχουν τελειώσει και σε 10 χρόνια, ίσως δεν θα υπάρχουν». Οι κάτοικοι είναι κυρίως άνω των 60-65 ετών και οι προοπτικές είναι περιορισμένες ακόμη και για τους αγρότες. Το βασικό ζήτημα είναι η έλλειψη υποδομών και βασικών υπηρεσιών, που αναγκάζει οικογένειες να μετακινούνται στην Ορεστιάδα, όπου όμως υπάρχουν επίσης προβλήματα.
Ο Κωνσταντίνος Δρακούδης αναφέρει ότι η σκέψη να μείνει στο χωριό του ήταν φευγαλέα λόγω της έλλειψης ανέσεων. Τον στεναχωρεί το γεγονός ότι «βλέπω κόσμο να φεύγει και από την πόλη, γιατί σκέφτονται πως δεν έχουν επαγγελματικές επιλογές, και ίσως αυτό είναι κάτι που πρέπει να εστιάσει και να διαχειριστεί η Πολιτεία». Τα χρήματα του προγράμματος θεωρούνται βοήθημα, αλλά «το οικονομικό κίνητρο, σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό». Οι περισσότεροι φίλοι του έχουν μετακινηθεί σε μεγάλα αστικά κέντρα ή εργάζονται στον πρωτογενή τομέα ή ως συνοριοφύλακες και αστυνομικοί.
Ο Δήμαρχος Ορεστιάδας, κ. Διαμαντής Παπαδόπουλος, σχολιάζει ότι τα χρήματα που προσφέρονται μέσω του προγράμματος αποτελούν απλά ένα κίνητρο για να σκεφτεί κάποιος εάν όντως θέλει να μετακινηθεί και να μείνει σε μία επαρχιακή πόλη. Επισημαίνει ότι η Ορεστιάδα έχει ανάγκη από εργατικά χέρια και το κόστος διαβίωσης είναι χαμηλότερο σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Από την πλευρά του, ο Δήμαρχος Διδυμοτείχου, κ. Ρωμύλος Χατζηγιαννόγλου, εκφράζει ικανοποίηση για το πρόγραμμα, καθώς θεωρεί ότι είναι ένα επιπλέον μέτρο που βοηθά τον τόπο. Παραδέχεται ότι ένα νεαρό ζευγάρι θα χρειαστεί να το σκεφτεί περισσότερο, καθώς δεν αρκούν μόνο τα χρήματα για μία τόσο κρίσιμη απόφαση. Αναφέρει την έλλειψη εξειδικευμένων θέσεων εργασίας και επενδύσεων, αλλά πιστεύει ότι «δουλειά υπάρχει για κάποιον που θέλει να μείνει και να εργαστεί». Κρίνει ότι απαιτούνται 3-4 χρόνια προκειμένου να αξιολογηθεί η επιτυχία του προγράμματος, το οποίο έχει εγκρίνει μία μόνο περίπτωση για το Διδυμότειχο.
Ο Δήμαρχος Σουφλίου, κ. Παναγιώτης Καλακίκος, χαρακτηρίζει το πρόγραμμα ως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, τονίζοντας όμως ότι η εύρεση εργασίας είναι προϋπόθεση για τη μετοίκηση. Υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερα κίνητρα και αναφέρει ότι οι πρόσφατες φυσικές καταστροφές στον Έβρο έχουν επιδράσει αρνητικά στην ψυχολογία των πολιτών. Επισημαίνει ότι η έλλειψη σχολείων, υποδομών και συγκοινωνίας δυσκολεύει την απόφαση παραμονής στην περιοχή.
«Θέλουμε να μειώσουμε τα εμπόδια για όσους θέλουν να κάνουν μία νέα αρχή», δηλώνει η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, προσθέτοντας πως στόχος είναι να «κάνουμε πιο εύκολη την απόφαση να μείνουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν στον τόπο που επιλέγουν».
Σύμφωνα με την κα Μιχαηλίδου, με τις νέες ρυθμίσεις το Πρόγραμμα Δημογραφικής Ανάπτυξης γίνεται πιο ανοιχτό, πιο απλό και πιο λειτουργικό. Διευρύνονται οι δικαιούχοι, συμπεριλαμβάνοντας κατοίκους κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και απόφοιτους ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων των δήμων μετεγκατάστασης. Προβλέπεται δυνατότητα επέκτασης του προγράμματος σε περισσότερες περιοχές που αντιμετωπίζουν έντονη δημογραφική πίεση. Η ενίσχυση διαμορφώνεται οριζόντια στα 10.000 ευρώ, ανεξάρτητα από τον πληθυσμό του δήμου. Θεσπίζεται προκαταβολή της πρώτης δόσης για την κάλυψη των εξόδων μετακίνησης και η εργασία δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την καταβολή του βοηθήματος.
Η κα Μιχαηλίδου καταλήγει ότι «το δημογραφικό δεν είναι αριθμοί σε πίνακες». Είναι οι νέες και οι νέοι που θέλουν να μείνουν ή να επιστρέψουν στον τόπο τους. Είναι ένα ζευγάρι που θέλει να ξεκινήσει τη ζωή του σε μια περιοχή όπου μπορεί να βρει σπίτι και εργασία. Είναι οι γονείς που χρειάζονται στήριξη για τη φροντίδα των παιδιών τους και μια καθημερινότητα που τους επιτρέπει να οργανώσουν τη ζωή τους με ασφάλεια. Γι’ αυτό η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Πρέπει να συνδέει τη στέγαση, την εργασία, την οικογένεια, τη φροντίδα των παιδιών και την κοινωνική στήριξη.
