Στο μήνυμά της, η κυρία Καρυστιανού εξέφρασε την άποψη ότι «το κράτος αντί να προστατεύει, εγκλωβίζει τα παιδιά», στερώντας τους «όνειρα» και «στόχους». Δεσμεύτηκε να συνεχίσει τον αγώνα της «μέχρι η κραυγή τους για αξιοπρεπή ζωή να γίνει η δύναμη που θα φέρει την αλλαγή».
Περιγράφοντας την υπόθεση, ανέφερε ότι δεν πρόκειται για «ατυχία» ή «η κακιά η ώρα», αλλά για «το αποτέλεσμα μιας οργανωμένης εγκατάλειψης» και χαρακτήρισε το γεγονός «έγκλημα». Κατήγγειλε ότι η ευθύνη «έχει ονοματεπώνυμο» και αποδίδεται σε εκείνους που δημιούργησαν ένα «σύστημα που πνίγει, στερεί το οξυγόνο», αντί να προσφέρει στήριξη. Επέκρινε επίσης την υποβάθμιση της παιδείας και της οικονομίας επί δεκαετίες, η οποία, κατά την ίδια, μετατρέπει τη χαρά της γνώσης σε καταναγκασμό και την εύρεση εργασίας σε απατηλό όνειρο.
Η Μαρία Καρυστιανού τόνισε ότι δεν αρκούν τα δάκρυα, αλλά απαιτείται «η ορμή εκείνη που θα φέρει τη δικαιοσύνη», εξηγώντας ότι «δικαιοσύνη σημαίνει να μπορεί ένα παιδί να ελπίζει, να αναπνέει, να ζει». Κατέληξε επαναλαμβάνοντας την υπόσχεσή της για συνεχή αγώνα για τα παιδιά.
