Ευάγγελος Βενιζέλος: Η συναίνεση στα εθνικά και το «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου»
Τα καμπανάκια που χτυπάει ο πρώην πρωθυπουργός του ΠΑΣΟΚ
Η προειδοποίηση για τα ελληνοτουρκικά, οι αβεβαιότητες των διεθνών συμμαχιών και ο φόβος του πολιτικού κόστους μπροστά σε ενδεχόμενες δύσκολες αποφάσεις. Γιατί ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ζητά εθνική συνεννόηση και τι μήνυμα στέλνει στο Μέγαρο Μαξίμου.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική και γεωστρατηγική διάσταση αποκτά η παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου για την ανάγκη εθνικής συναίνεσης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν περιορίζεται σε μια γενικόλογη έκκληση για συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Αντίθετα, περιγράφει ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών απαιτήσεων, στο οποίο η Ελλάδα ενδέχεται να βρεθεί μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για τη διαχείριση των σχέσεών της με την Τουρκία.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται και σε μια ιστορική αναφορά που χρησιμοποιεί: το «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου». Πρόκειται για τον φόβο που διαχρονικά συνοδεύει την ελληνική πολιτική ζωή απέναντι σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία διευθέτησης εθνικών εκκρεμοτήτων, υπό τον φόβο ότι μια συμφωνία ή ένας συμβιβασμός θα εκληφθεί ως υποχώρηση και θα προκαλέσει πολιτικό κόστος. Με άλλα λόγια, η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στην εξωτερική διαπραγμάτευση, αλλά και στην εσωτερική πολιτική διαχείρισή της.
Οι συμμαχίες δεν αποτελούν ασπίδα για όλα
Ο Βενιζέλος στέκεται ιδιαίτερα στους περιορισμούς των διεθνών συμμαχιών της χώρας. Η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, οι σχέσεις με τη Γαλλία και η στενή σύνδεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν σημαντικά διπλωματικά πλεονεκτήματα για την Αθήνα. Δεν σημαίνουν, όμως, ότι οι σύμμαχοι θα ταυτίσουν αυτομάτως τα συμφέροντά τους με τις ελληνικές επιδιώξεις σε περίπτωση μιας ελληνοτουρκικής κρίσης.

Κάθε χώρα κινείται με βάση τις δικές της προτεραιότητες και τους δικούς της γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν μπορεί να επενδύει αποκλειστικά στην ισχύ των συμμαχιών της, ούτε να θεωρεί ότι τρίτοι θα αναλάβουν να διαχειριστούν τις δικές της εκκρεμότητες. Χρειάζεται αυτόνομη στρατηγική, σαφείς στόχους και συγκεκριμένο σχέδιο για την υπεράσπιση των εθνικών της συμφερόντων.

Το δύσκολο κεφάλαιο της Τουρκίας
Στον πυρήνα της παρέμβασης βρίσκονται τα ελληνοτουρκικά. Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, οι τουρκικές διεκδικήσεις, η διαχείριση των θαλάσσιων ζωνών και η αποτροπή μιας ενδεχόμενης κρίσης συνθέτουν ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο.
Η ελληνική διπλωματία καλείται να διατηρήσει τις πάγιες εθνικές θέσεις, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια λογική διαρκούς ακινησίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται κάποια συμφωνία με την Άγκυρα ή ότι έχει ήδη διαμορφωθεί συγκεκριμένο πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να υπάρχει προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.
Και εδώ ακριβώς αποκτά νόημα η έκκληση για συναίνεση. Εάν η χώρα χρειαστεί να προχωρήσει σε δύσκολους διπλωματικούς χειρισμούς, δεν θα είναι εύκολο να τους υποστηρίξει μια κυβέρνηση που θα βρίσκεται μόνη απέναντι σε ένα σύνολο κομματικών αντιδράσεων.
Το σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου και ο φόβος των αποφάσεων
Η ιστορική αναφορά του Βενιζέλου δεν είναι τυχαία. Οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς στη δημόσια συζήτηση για τα εθνικά ζητήματα και τις πολιτικές ευθύνες των ηγεσιών.
Το λεγόμενο «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου» περιγράφει ακριβώς τον φόβο ότι κάθε διαπραγματευτική πρωτοβουλία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κατηγορία περί εθνικής υποχώρησης. Έτσι, οι πολιτικές ηγεσίες συχνά προτιμούν να αποφεύγουν τις πρωτοβουλίες, αντί να αναλάβουν το κόστος μιας δύσκολης απόφασης.
Αυτός ο φόβος μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνος με τους εξωτερικούς κινδύνους. Διότι μια χώρα που δεν συζητά εγκαίρως τις επιλογές της, δεν προετοιμάζεται επαρκώς για τις εξελίξεις που μπορεί να προκύψουν.

Το μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου
Η παρέμβαση του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ απευθύνεται σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, αλλά έχει αναπόφευκτα και συγκεκριμένο αποδέκτη την κυβέρνηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής και καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα, την αποτροπή και την υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων.
Η συναίνεση, όπως την περιγράφει ο Βενιζέλος, δεν σημαίνει λευκή επιταγή στην κυβέρνηση. Σημαίνει την ανάγκη να υπάρξει ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο εθνικής στρατηγικής, με σαφείς στόχους και όρια, ώστε οι κρίσιμες επιλογές να μην αποτελέσουν αντικείμενο ευκαιριακής κομματικής εκμετάλλευσης.
Το ερώτημα είναι εάν το σημερινό πολιτικό περιβάλλον επιτρέπει μια τέτοια συνεννόηση. Η χώρα βρίσκεται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, τα κόμματα προετοιμάζονται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και τα περιθώρια πολιτικής συνεννόησης δεν είναι αυτονόητα.
Ο Βενιζέλος, πάντως, επιχειρεί να θέσει εγκαίρως το ζήτημα: η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει να ξεσπάσει μια κρίση για να αναζητήσει κοινή γραμμή. Γιατί τότε το πραγματικό δίλημμα δεν θα είναι ποιος θα χρεωθεί μια ενδεχόμενη υποχώρηση ή ποιος θα πιστωθεί μια διπλωματική επιτυχία. Θα είναι εάν υπάρχει η πολιτική ωριμότητα να ληφθούν αποφάσεις με γνώμονα το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον, χωρίς το διαχρονικό «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου» να παραλύει κάθε πρωτοβουλία.

