Ελληνικό δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση σε γιατρό για burnout
Μία ιστορική δικαστική απόφαση εκδόθηκε από ελληνικό δικαστήριο, η οποία αναγνωρίζει για πρώτη φορά το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burnout) και επιδικάζει αποζημίωση, διαμορφώνοντας ένα νέο νομολογιακό πλαίσιο.
Η εν λόγω απόφαση, η οποία ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για παρόμοιες δικαστικές διεκδικήσεις εργαζομένων σε συνθήκες υπερωριακής και εξουθενωτικής εργασίας, εκδόθηκε μετά από προσφυγή γιατρού. Η εν λόγω γιατρός, που κατείχε τη θέση της διευθύντριας Παθολογικής Κλινικής σε περιφερειακό δημόσιο νοσοκομείο του ΕΣΥ, είχε αναδείξει με έγγραφα τα λειτουργικά κενά και τις ελλείψεις του συστήματος. Η απόφαση αναγνωρίζει ότι οι απαιτητικές συνθήκες και η συσσωρευμένη κούραση από την αδιάκοπη εργασία της προκάλεσαν σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης, με αποτέλεσμα την παραίτησή της μετά από 20ετή προσφορά στη δημόσια υγεία.
Το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή της γιατρού, επιδικάζοντάς της αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Από το ιστορικό της υπόθεσης, η οποία αναμένεται να κριθεί και από ανώτερα δικαστήρια, προκύπτει ότι η διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής, έως την παραίτησή της το 2022, εκτελούσε 24ωρες εφημερίες πέραν των νομίμως προβλεπομένων, συχνά σε πολλαπλά πόστα (Παθολογική Κλινική, Κλινική Covid και Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών). Επιπρόσθετα, δεν είχε λάβει τη νόμιμη άδειά της. Κομβικό σημείο στην εξέλιξη της αγωγής αποτέλεσε η προσκόμιση από τη γιατρό στο δικαστήριο πλήθους εγγράφων, τα οποία αποδείκνυαν ότι, παρά την ψυχική και σωματική της εξάντληση που ενδεχομένως έθετε σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών, η διοίκηση την ενέτελλε να εκτελεί περισσότερες εφημερίες από τις θεσμοθετημένες.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, έλαβε υπόψη τις απαιτητικές συνθήκες εργασίας και τη συσσωρευμένη κόπωση από την αδιάκοπη εργασία που οδήγησαν στην ψυχική και σωματική εξάντληση της ενάγουσας, δηλαδή στο σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burnout), καθιστώντας δυσχερέστερη την εκτέλεση των καθηκόντων της. Αξιολογήθηκε επίσης το γεγονός ότι το νοσοκομείο δεν προέβη σε αλλαγές ούτε πρότεινε λύσεις για την αντιμετώπιση του εργασιακού πλαισίου που προκάλεσε το σύνδρομο στη γιατρό, ακόμη και μετά την περίοδο της πανδημίας, οπότε δεν υπήρχαν πλέον επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η γιατρός κατέθεσε πλήθος εγγράφων στη διοίκηση του νοσοκομείου, επισημαίνοντας τους κινδύνους για την υγεία των ασθενών λόγω των δυσχερών συνθηκών εργασίας. Ωστόσο, αντί για εποικοδομητικές προτάσεις ή ενέργειες βελτίωσης, λάμβανε έγγραφα με την ένδειξη «εντέλλεσθε», τα οποία, όπως δήλωσε, την οδηγούσαν σε περαιτέρω ψυχική και επαγγελματική εξόντωση.
Εν τέλει, η γιατρός αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από 20 χρόνια υπηρεσίας στο ΕΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή προκειμένου να αποφύγει την αδυναμία εκτέλεσης των ιατρικών της καθηκόντων.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της γιατρού, Βασιλική Γκόγκου, δήλωσε ότι «η απόφαση αυτή είναι πράγματι η πρώτη που αναγνωρίζει ότι η διοικητική αδράνεια απέναντι στην επαγγελματική εξουθένωση του ιατρικού προσωπικού συνιστά παράνομη παράλειψη του Δημοσίου και γεννά υποχρέωση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης», χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη απόφαση αιτιολογημένη.
Ωστόσο, η ίδια νομικός διευκρίνισε ότι, παρόλο που πολλοί εργαζόμενοι στο ΕΣΥ αντιμετωπίζουν υπερωριακή και δύσκολη εργασία, δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ταυτόσημες. Επεσήμανε ότι η εντολέας της κατέβαλε συντονισμένες προσπάθειες, πρωτοκολλώντας έγγραφα προς τη διοίκηση του νοσοκομείου, αναδεικνύοντας τα προβλήματα που προέκυπταν από την υποστελέχωση και την εξάντλησή της. Η απάντηση σε αυτά ήταν πάντοτε η εντολή «εντέλλεσθε», γεγονός που την οδήγησε στην εξουθένωση και την παραίτηση από ένα επάγγελμα στο οποίο ήταν αφοσιωμένη. Η κ. Γκόγκου τόνισε τη σημασία όχι μόνο της έκδοσης αυτής της ιστορικής δικαστικής απόφασης, αλλά και της ανάγκης οι πολίτες να διεκδικούν πάντοτε τα δικαιώματά τους.

