Άγριο παρασκήνιο: Το «μπλόκο» της ΝΔ στην Ακρίτα
Γιατί το Μαξίμου δεν θέλει ούτε να την βλέπει την βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ;
Η κυβέρνηση λέει «όχι» στη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιπροεδρία της Βουλής – «Είναι θέμα προσώπου και όχι κόμματος» το γαλάζιο επιχείρημα – Στο πλευρό της ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας και Νέα Αριστερά – Σκληρή σύγκρουση μέχρι την κάλπη της Τετάρτης.
Η Έλενα Ακρίτα μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε πρωταγωνίστρια μιας νέας κοινοβουλευτικής σύγκρουσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να την προτείνει για τη θέση της Ε΄ αντιπροέδρου της Βουλής, στη θέση της Όλγας Γεροβασίλη, δεν εξελίσσεται σε μια τυπική διαδικασία αντικατάστασης, αλλά σε πολιτικό μπρα ντε φερ με τη Νέα Δημοκρατία να επιχειρεί να της κλείσει τον δρόμο προς το Προεδρείο.
Η ΝΔ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να υπερψηφίσει την Ακρίτα, ενώ κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι η στάση αυτή δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με το ίδιο το πρόσωπο και τη μέχρι σήμερα πολιτική της συμπεριφορά απέναντι στην κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία.
Το μήνυμα από το Μέγαρο Μαξίμου και την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ είναι ουσιαστικά ότι η συγκεκριμένη υποψηφιότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη διακομματική επιλογή για το Προεδρείο. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση πολιτικά ενδιαφέρουσα.
«Δεν είναι θέμα ΣΥΡΙΖΑ, είναι θέμα Ακρίτα»
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κρατήσει τη συζήτηση μακριά από μια γενικευμένη σύγκρουση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει πρόβλημα με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ στο Προεδρείο, αλλά με την επιλογή ενός συγκεκριμένου προσώπου.
Οι «γαλάζιες» πηγές περιγράφουν την Ακρίτα ως πρόσωπο με έντονα συγκρουσιακό και μη συναινετικό προφίλ, υπογραμμίζοντας τη σφοδρή κριτική που έχει ασκήσει επανειλημμένα στην κυβέρνηση και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Σε άλλα δημοσιεύματα αποδίδεται στη ΝΔ και ο χαρακτηρισμός «τοξικό πρόσωπο».
Είναι προφανές ότι πίσω από τη φράση «θέμα προσώπου» βρίσκεται ολόκληρο το ιστορικό της πολιτικής αντιπαράθεσης της Ακρίτα με το κυβερνητικό στρατόπεδο. Η ίδια άλλωστε δεν επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους. Αντιθέτως, απάντησε ότι το γεγονός πως η ΝΔ δεν την ψηφίζει αποτελεί για την ίδια «παράσημο», επειδή, όπως υποστηρίζει, αποδεικνύει ότι έκανε αυτό που θεωρεί καθήκον της: μαχητική αντιπολίτευση.
Με άλλα λόγια, η σύγκρουση έχει πλέον προσωποποιηθεί.
Το παρασκήνιο της επιλογής από τον ΣΥΡΙΖΑ

Η επιλογή της Ακρίτα δεν έγινε τυχαία. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, υπό τη Ρένα Δούρου, αποφάσισε να προτείνει τη βουλεύτρια Επικρατείας για την κενή θέση, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Όλγας Γεροβασίλη. Η Δούρου μάλιστα έδωσε από την πρώτη στιγμή πολιτικό περιεχόμενο στην επιλογή, χαρακτηρίζοντας την Ακρίτα «μαχητική και δραστήρια» κοινοβουλευτικό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υποχωρεί μετά το «όχι» της ΝΔ. Αντίθετα, επιχειρεί να μετατρέψει την ψηφοφορία σε δοκιμασία για τη θεσμική αντίληψη της κυβέρνησης.
Ο Νίκος Παππάς κάλεσε μάλιστα τον Αλέξη Τσίπρα να πάρει δημόσια θέση υπέρ της υποψηφιότητας Ακρίτα, ενώ χαρακτήρισε τη στάση της ΝΔ «θεσμική διολίσθηση». Παράλληλα απηύθυνε έκκληση στους ανεξάρτητους βουλευτές να την υπερψηφίσουν.
Ποιοι τη στηρίζουν
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ακρίτα δεν βρίσκεται μόνη της απέναντι στη ΝΔ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι φυσικά ο βασικός πυλώνας της υποψηφιότητας.
Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι θα ψηφίσει «ναι». Η θέση που μεταφέρθηκε από τη Χαριλάου Τρικούπη είναι ότι το κόμμα λειτουργεί θεσμικά και δεν κάνει «face control» στα πρόσωπα που προτείνονται για το Προεδρείο.
Η Πλεύση Ελευθερίας θα στηρίξει επίσης την Ακρίτα. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανακοίνωσε δημόσια ότι το κόμμα της θα την ψηφίσει, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να υπηρετήσει επάξια τη θέση. Παράλληλα εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στη ΝΔ για την απόφασή της να μην τη στηρίξει.
Η Νέα Αριστερά έχει επίσης ανακοινώσει ότι θα ψηφίσει την Ακρίτα.
Για τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, η εικόνα δεν είναι ακόμη εξίσου καθαρή. Επομένως, δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο από τώρα ότι όλες οι ψήφοι ΚΚΕ, Ελληνικής Λύσης, Νίκης ή ανεξάρτητων θα κατευθυνθούν στην υποψηφιότητα Ακρίτα. Το παιχνίδι των αριθμών παραμένει ανοικτό.
Η αριθμητική της ψηφοφορίας

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η εκλογή αντιπροέδρου απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, με ένα ελάχιστο όριο που δεν μπορεί να πέσει κάτω από τις 75 θετικές ψήφους. Άρα οι 75 ψήφοι αποτελούν τον κατώτατο πήχη, αλλά αν στην αίθουσα βρίσκονται περισσότεροι βουλευτές, ο πραγματικός αριθμός που απαιτείται μπορεί να είναι μεγαλύτερος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η στρατηγική σημασία της στάσης της ΝΔ.
Εάν οι βουλευτές της ΝΔ είναι παρόντες και επιλέξουν να μην ψηφίσουν «ναι», αυξάνουν τον συνολικό αριθμό των παρόντων και, κατά συνέπεια, μπορούν να ανεβάσουν τον πήχη που απαιτείται για την εκλογή.
Αντίθετα, μια μαζική αποχή θα μπορούσε να μειώσει τον αριθμό των παρόντων και να κάνει ευκολότερη την επίτευξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας.
Γι’ αυτό και το «παρών» της ΝΔ δεν είναι απλώς μια πολιτική δήλωση. Έχει και αριθμητική σημασία.
Η Μαρέβα και το «βαρύ» παρελθόν της σύγκρουσης

Στο παρασκήνιο της σημερινής σύγκρουσης επανέρχεται αναπόφευκτα και η πολυετής αντιπαράθεση της Ακρίτα με το πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η σύγκρουσή της με τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη, η οποία είχε λάβει και δικαστικές διαστάσεις. Γι’ αυτό και από την πλευρά της αντιπολίτευσης επιχειρείται να συνδεθεί το σημερινό «μπλόκο» με το συνολικό ιστορικό της αντιπαράθεσης της Ακρίτα με την οικογένεια Μητσοτάκη.
Η συγκεκριμένη ανάγνωση προβάλλεται έντονα από τον ΣΥΡΙΖΑ και την Πλεύση Ελευθερίας, αλλά δεν αποτελεί την επίσημη αιτιολόγηση της ΝΔ, η οποία επιμένει στο «θέμα προσώπου» και στη μη συναινετική πολιτική της στάση.
Η αντεπίθεση Ακρίτα: «Παράσημο»
Η ίδια η Ακρίτα δεν δείχνει διατεθειμένη να κάνει πίσω.
Απαντώντας στο κυβερνητικό «όχι», υποστήριξε ότι αισθάνεται δικαιωμένη και ότι το γεγονός πως η ΝΔ δεν επιθυμεί να την ψηφίσει αποτελεί για εκείνη «παράσημο». Η δική της ανάγνωση είναι ότι σε μια κυβέρνηση που θέλει συναίνεση δεν μπορεί να θεωρείται μειονέκτημα η σκληρή κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.
Έτσι, αντί η υπόθεση να κλείσει σε επίπεδο παρασκηνίου, εξελίσσεται σε μια συμβολική μάχη για το ποια αντίληψη θα επικρατήσει στο Προεδρείο: η κυβερνητική λογική της συναίνεσης και των προσώπων που θεωρούνται θεσμικά συναινετικά ή η αντιπολιτευτική λογική ότι το Προεδρείο δεν μπορεί να αποτελεί χώρο πολιτικού «face control».
Η Τετάρτη θα κρίνει το μπρα ντε φερ
Η ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί για την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου.
Μέχρι τότε θα συνεχιστούν οι ζυμώσεις, κυρίως γύρω από τους ανεξάρτητους βουλευτές και τα κόμματα που δεν έχουν δώσει ακόμη καθαρό στίγμα.
Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι η ΝΔ μπορεί να πετύχει τον στόχο της ακόμη και χωρίς μια θεαματική «καταψήφιση». Αρκεί να μη συγκεντρωθούν οι απαραίτητες θετικές ψήφοι.
Από την άλλη, εάν η Ακρίτα καταφέρει να συγκεντρώσει πάνω από τον απαιτούμενο πήχη, η εικόνα θα αντιστραφεί: η ΝΔ θα έχει αρνηθεί την ψήφο της, αλλά η υποψήφια του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει εκλεγεί χάρη σε ένα ευρύτερο αντιπολιτευτικό μέτωπο.
Και τότε η ψηφοφορία για μια θέση στο Προεδρείο θα έχει μετατραπεί σε πολιτικό τεστ συσχετισμών μέσα στη Βουλή.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα εκλεγεί η Έλενα Ακρίτα. Είναι αν η ΝΔ θα καταφέρει να την κρατήσει εκτός Προεδρείου και αν η αντιπολίτευση θα μπορέσει, έστω σε μία ψηφοφορία, να εμφανιστεί ως ενιαίο κοινοβουλευτικό μέτωπο απέναντι στην κυβέρνηση.
Και αυτό είναι το πραγματικό παρασκήνιο πίσω από το «όχι» της Νέας Δημοκρατίας.
Οι ατάκες της Ακρίτα που έχουν ανάψει φωτιές

Για τη Νέα Δημοκρατία, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η Έλενα Ακρίτα είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, όπως υποστηρίζουν κυβερνητικές πηγές, το ύφος και ο τρόπος με τον οποίο έχει επιλέξει να ασκεί αντιπολίτευση. Και το προσωπικό της «αρχείο» δηλώσεων και αναρτήσεων είναι πλούσιο σε φράσεις που έχουν προκαλέσει μετωπικές συγκρούσεις με το Μέγαρο Μαξίμου και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν η σύγκρουσή της με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη. Μετά από ανάρτησή της που αφορούσε τη σύζυγο του πρωθυπουργού, η Μαρέβα προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την ανάρτηση «χυδαία και απρόκλητη».
Η Ακρίτα, από την πλευρά της, δεν έκανε πίσω. Απάντησε ότι η ανάρτησή της ήταν «αμιγώς πολιτική» και δήλωσε: «Δεν είμαι δειλή, δεν ιδρώνει το αυτί μου από απειλές και δεν κρύβομαι από κανέναν», προσθέτοντας ότι θα ζητούσε ακόμη και την άρση της βουλευτικής της ασυλίας.

Η κόντρα με τον Άδωνι Γεωργιάδη έχει επίσης αφήσει έντονο αποτύπωμα. Όταν ο υπουργός της επιτέθηκε για τις αναρτήσεις της σχετικά με τη Μαρέβα, η Ακρίτα απάντησε σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους: «Κύριε Άδωνι Γεωργιάδη, όχι νταηλίκια σε μένα. Το ότι είμαι βουλευτής δε σημαίνει ότι θα μασάω τα λόγια μου».
Σε άλλη περίπτωση, μιλώντας στο podcast της για τη δημόσια κατάσταση στη χώρα, είχε χρησιμοποιήσει την εξαιρετικά βαριά έκφραση «σκατά στα μούτρα τους», φράση που καταγράφηκε και αναπαράχθηκε ευρέως.
Αυτές οι τοποθετήσεις δεν είναι απλώς «σκληρή αντιπολίτευση» για τη ΝΔ. Είναι ακριβώς το υλικό πάνω στο οποίο χτίζεται σήμερα το κυβερνητικό επιχείρημα ότι η Ακρίτα δεν διαθέτει το απαιτούμενο συναινετικό προφίλ για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής.
Η ίδια, βέβαια, έχει ακριβώς αντίθετη ανάγνωση. Θεωρεί τη μαχητική της στάση πολιτικό προσόν και έχει χαρακτηρίσει «παράσημο» το γεγονός ότι η ΝΔ αρνείται να την ψηφίσει. Έτσι, η σύγκρουση έχει αποκτήσει έναν σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα: η κυβέρνηση βλέπει στην Ακρίτα ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να στηρίξει για θεσμική θέση, ενώ η ίδια βλέπει την άρνηση της κυβέρνησης ως επιβεβαίωση ότι έκανε αυτό που θεωρεί καθήκον της ως αντιπολιτευόμενη βουλευτής.
Και κάπως έτσι, η ψηφοφορία για έναν αντιπρόεδρο της Βουλής αποκτά πολύ μεγαλύτερο πολιτικό βάρος από αυτό που κανονικά θα είχε. Γιατί πλέον δεν κρίνεται μόνο μία θέση στο Προεδρείο. Κρίνεται αν το «όχι» της ΝΔ στην Ακρίτα θα παραμείνει ένα κομματικό βέτο ή αν θα μετατραπεί σε αφορμή για ένα ευρύτερο μέτωπο της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση.

