Ταμείο Ανάκαμψης: Το αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία και το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Ταμείο Ανάκαμψης: Το αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία και το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Από το 2021, οι χρηματοδοτικοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) λειτούργησαν ως βασικός μοχλός ενίσχυσης των επενδύσεων, προώθησης μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού της οικονομίας, όπως επισημαίνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της για την ελληνική οικονομία.

σχετικά άρθρα

Καθώς το ΤΑΑ οδεύει προς την ολοκλήρωσή του, η διατήρηση της ισχυρής επενδυτικής δυναμικής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Η συνέχιση της ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας δεν αποτελεί μόνο προϋπόθεση για την επίτευξη υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης, αλλά και αναγκαία συνθήκη για την περαιτέρω αναβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού, την ενίσχυση της παραγωγικότητας και τον συνεχιζόμενο μετασχηματισμό του αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας.

Στο δελτίο της Alpha Bank αναλύεται η συμβολή του ΤΑΑ στην ενίσχυση των επενδύσεων κατά τα τελευταία έτη, ενώ εξετάζονται τρεις βασικοί παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για ομαλή μετάβαση στη μετά-ΤΑΑ εποχή: πρώτον, η σταδιακή και όχι απότομη εξασθένηση της επίδρασης του ΤΑΑ στην οικονομία, δεύτερον, η σημαντική ενίσχυση της ελκυστικότητας της χώρας ως επενδυτικού προορισμού και τρίτον, η διαθεσιμότητα νέων εθνικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.

Το ΤΑΑ άλλαξε τον επενδυτικό χάρτη της χώρας

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) που ωφελήθηκαν περισσότερο από το ΤΑΑ, εξασφαλίζοντας πόρους που αντιστοιχούν στο 16% του ΑΕΠ (στοιχεία 2023), ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην ΕΕ-27. Μέχρι τα μέσα του 2026, η υλοποίηση του προγράμματος εξελίσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, καθώς έχει ολοκληρωθεί το 53% των οροσήμων και στόχων, ενώ έχει ήδη εισπραχθεί το 68,5% των συνολικών διαθέσιμων πόρων. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι η Ελλάδα υπέβαλε τον Μάιο νέο αίτημα εκταμίευσης ύψους 1,6 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι πληρωμές προς τους τελικούς δικαιούχους αντιστοιχούν περίπου στο 50% του συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων και λίγο πάνω από το 1/3 του αντίστοιχου προϋπολογισμού των δανείων. Οι πόροι του δανειακού σκέλους του ΤΑΑ, σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση των τραπεζών και τη συμμετοχή ιδίων κεφαλαίων, στήριξαν τη δρομολόγηση σημαντικών επενδυτικών σχεδίων, συνολικού προϋπολογισμού περίπου €29 δισ. μέχρι το τέλος Μαΐου.

Η υλοποίηση του ΤΑΑ αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αξιοσημείωτη ενίσχυση των επενδύσεων και, κατ’ επέκταση, της οικονομικής δραστηριότητας. Η θετική συσχέτιση μεταξύ των διαθέσιμων πόρων του ΤΑΑ και του μέσου ρυθμού αύξησης των επενδύσεων κατά την περίοδο υλοποίησης του προγράμματος αποτυπώνεται στο Γράφημα 1. Στην Ελλάδα, οι πραγματικές επενδύσεις αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,3% την περίοδο 2022-2025, επίδοση που είναι η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ-27, μετά την Κροατία. Οι δύο χώρες καταγράφουν επίσης το μεγαλύτερο ύψος πόρων του ΤΑΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των κρατών-μελών. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ ανήλθε σε 16,9% το 2025, έχοντας καλύψει περίπου το ήμισυ της απόστασης που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τη βαθιά και παρατεταμένη αποεπένδυση της προηγούμενης δεκαετίας που περιόρισε το παραγωγικό κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας. Συγκεκριμένα, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησαν από 23,3% το 2008 σε 11,2% το 2014 και παρέμειναν μόλις στο 11% το 2019.

Βάσει του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος, τα κράτη-μέλη της ΕΕ-27 καλούνται να ολοκληρώσουν όλα τα ορόσημα και τους στόχους του προγράμματος έως τις 31 Αυγούστου 2026, να υποβάλουν τα τελευταία αιτήματα πληρωμής έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ οι τελικές εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπεται να πραγματοποιηθούν έως το τέλος του έτους. Επομένως, δεδομένου ότι οι εναπομείναντες πόροι του ΤΑΑ αναμένεται να διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία κατά τα επόμενα έτη, ενώ παράλληλα η υλοποίηση των χρηματοδοτούμενων επενδύσεων και η αποτύπωσή τους στον ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου πραγματοποιούνται με χρονική υστέρηση, η θετική συμβολή του προγράμματος στις επενδύσεις εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί και μετά την τυπική ολοκλήρωσή του, το τρέχον έτος. Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις αλλά και οι υποδομές που υλοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος θα διατηρήσουν το αναπτυξιακό τους αποτύπωμα. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο ρυθμός ανόδου των επενδύσεων θα παραμείνει σε θετικό έδαφος το 2027 -αν και θα επιβραδυνθεί- ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται να προσεγγίσει το 18%.

Ενίσχυση επενδυτικής ελκυστικότητας

Η θέση της Ελλάδας στον επενδυτικό χάρτη  έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας, σε σημαντικό βαθμό, τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας ήδη από το 2023, η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η πολιτική σταθερότητα και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης, έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για την υλοποίηση ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων. Η βελτίωση των συνθηκών αυτών αποτυπώνεται τόσο στις αυξημένες εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων όσο και στη μεταβολή της σύνθεσης του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου. Ειδικότερα, ενισχύεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια το ποσοστό των επενδύσεων σε μηχανολογικό, τεχνολογικό, μεταφορικό εξοπλισμό καθώς και σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας (intellectual property products), κατηγορίες επενδύσεων που συνδέονται στενότερα με την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Ως εκ τούτου, οι προοπτικές των επενδύσεων εμφανίζονται πλέον λιγότερο εξαρτημένες από προσωρινά χρηματοδοτικά προγράμματα και περισσότερο συνδεδεμένες με τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.

Η χρηματοδοτική γέφυρα της μετά-ΤΑΑ περιόδου

Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ 2026-2030) και η συνέχιση του ΕΣΠΑ 2021-2027, σε συνδυασμό με νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, μπορούν να αποτελέσουν τη χρηματοδοτική γέφυρα μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ, διατηρώντας τη ροή επενδυτικών κεφαλαίων και κινητοποιώντας πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια. Πιο αναλυτικά, το ΕΠΑ 2026-2030, διαθέτει συνολικούς πόρους Ευρώ 23 δισ. οι οποίοι κατανέμονται σε αναπτυξιακούς στόχους, με έμφαση στις υποδομές, την πράσινη μετάβαση, την καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της κοινωνικής συνοχής. Επιπρόσθετα, η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής προϋποθέτει αφενός την πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων του ΕΣΠΑ 2021-2027 και, αφετέρου, την έγκαιρη προετοιμασία για το νέο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πλαίσιο. Από το 2028, βασικό σημείο αναφοράς για τη χρηματοδότηση επενδύσεων θα αποτελέσει το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034. Με βάση την πρόταση που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, οι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην Ελλάδα εκτιμώνται σε περισσότερα από Ευρώ 49 δισ., με βασικούς άξονες κατανομής την πολιτική συνοχής, την κοινή αγροτική πολιτική, τη μετανάστευση και ασφάλεια, καθώς και την κοινωνικά δίκαιη πράσινη μετάβαση. Επιπρόσθετα, προγράμματα όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού προσθέτουν στοχευμένη χρηματοδότηση για ενεργειακή αναβάθμιση, κοινωνική στέγαση, πράσινες επενδύσεις σε μεταφορές, βιομηχανία και ενέργεια.

Συμπερασματικά, οι διαθέσιμοι εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι διαμορφώνουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση για το μεσοπρόσθεσμο ορίζοντα. Το κατά πόσο οι θετικές επιδράσεις του ΤΑΑ θα διατηρηθούν μετά την ολοκλήρωσή του θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, και από τη συνέχιση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα, τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, την αποτελεσματική αξιοποίηση των νέων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και την ικανότητα της οικονομίας να προσελκύει ιδιωτικές επενδύσεις.