Στέφανος Μάνος στην Παιδεία: Ο εφιάλτης των συντεχνιών

Στέφανος Μάνος στην Παιδεία: Ο εφιάλτης των συντεχνιών

σχετικά άρθρα

Οι κροκοδείλια δάκρυα για την απουσία του Στέφανου Μάνου είναι πια περιττά. Πολλοί εκτίμησαν το έργο και τις καινοτόμες πολιτικές του σε άλλους τομείς, όμως σχεδόν κανείς στην Ελλάδα δεν θέλησε ποτέ να στηρίξει την ευρύτερη εφαρμογή τολμηρών ιδεών που θα ξεβόλευαν συντεχνίες και παγιωμένες πρακτικές.

Ο Στέφανος Μάνος, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, άφησε πίσω του μια κληρονομιά πρωτοποριακών πρωτοβουλιών σε υπουργικές θέσεις, από το περιβάλλον και την πολεοδομία μέχρι τα τεχνικά και αναπτυξιακά ζητήματα. Όμως η εκπαιδευτική πολιτική; Εκεί η κοινωνία έδειξε τη διαχρονική της αποδοκιμασία σε κάθε προσπάθεια για βαθιές αλλαγές.

Ας φανταστούμε λοιπόν ένα σενάριο: Ένας τολμηρός πρωθυπουργός δίνει στον Στέφανο Μάνο παντοδύναμη εξουσία για να αναμορφώσει την παιδεία. Τι θα έκανε με την αμείλικτη λογική του για να επιτύχει την πολυπόθητη αποδοτικότητα και ποιοτική πρόοδο;

Πρώτα από όλα, θα καταπολεμούσε την κυρίαρχη πεποίθηση πως τα εκπαιδευτήρια, από τα σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια, υπάρχουν για τους εκπαιδευτικούς. Ποτέ δεν θα επέτρεπε σε συντεχνίες καθηγητών, δασκάλων, φοιτητικές παρατάξεις ή την Εκκλησία να επιβάλλουν εκπαιδευτική πολιτική. Διεκδικήσεις με ταξικά, πολιτικά ή εθνικιστικά αιτήματα δεν θα είχαν πλέον θέση.

Θα εμπόδιζε αποτελεσματικά τις καταλήψεις σχολείων, απορρίπτοντας την αντίληψη περί επαναστατικού ρόλου των φοιτητών και την ιδέα της βίας ως “μαμή της Ιστορίας”. Ούτε οι γονείς θα είχαν δικαίωμα παρέμβασης, υπερασπιζόμενοι τα «βλαστάρια» τους με κάθε κόστος.

Η διδασκαλία των παιδιών θα απαιτούσε εξειδίκευση πέραν του απλού πανεπιστημιακού πτυχίου. Ταυτόχρονα, θα καθιέρωνε συνεχή αξιολόγηση των διδασκόντων σε όλες τις βαθμίδες, με άμεσες θετικές ή αρνητικές συνέπειες. Έτσι θα έπαυε η επώαση μετριοτήτων και η προώθηση «δικών μας παιδιών» σε καθηγητικές ή διευθυντικές θέσεις. Ένας υγιής ανταγωνισμός θα κυριαρχούσε στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Τα προγράμματα και το περιεχόμενο των μαθημάτων θα εκσυγχρονίζονταν αδιάκοπα, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς κατατάξεις των δεξιοτήτων. Θα έβαζε «ημερομηνίες λήξης» και αναθεώρησης για τη διδασκόμενη ύλη, τις γνώσεις των διδασκόντων και τα αντικείμενα μελέτης, ακολουθώντας την επιστημονική πρόοδο.

Η αξία κάθε διπλώματος ή απολυτηρίου θα κρινόταν αποκλειστικά και αξιοκρατικά από την αγορά εργασίας: κατά πόσο οι απόφοιτοι, τεχνικοί ή επιστήμονες, είναι όντως κατάλληλοι για τις παραγωγικές δραστηριότητες. Και φυσικά, θα άλλαζε άμεσα το χουντικό Άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ως στόχο της παιδείας την ανάπτυξη εθνικής-θρησκευτικής συνείδησης και απαγορεύει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ανοίγοντας τον δρόμο για πραγματικό εκσυγχρονισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Προφανώς, λοιπόν, τα δάκρυα για την σημερινή κατάσταση της σχολικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι επίσης κροκοδείλια. Η κοινωνία μας δεν επιθυμεί ριζικές λύσεις και αποστρέφει το βλέμμα από το χαμηλό επίπεδο των εκπαιδευτικών βαθμίδων. Έτσι, το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα και τα κινήματα δεν θα δώσουν ποτέ πραγματική προτεραιότητα στην αναβάθμιση της παιδείας. Γιατί στην πραγματικότητα, κανείς δεν θέλει να ξεβολευτεί.