Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ανησυχούν περισσότερο για τον πληθωρισμό

Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές εμφανίζονται να δαπανούν λιγότερα χρήματα και να εκφράζουν μεγαλύτερη ανησυχία για τον πληθωρισμό σε σύγκριση με τους Αμερικανούς. Αυτή η διαφοροποίηση στις καταναλωτικές δαπάνες αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν το χάσμα στην οικονομική ανάπτυξη μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, όπου παρατηρούνται επίσης διαφορές στα επίπεδα αποταμιεύσεων και επενδύσεων.
Η πρόσφατη αύξηση του πληθωρισμού, η οποία ενισχύθηκε από την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, έχει επηρεάσει αρνητικά την καταναλωτική ψυχολογία στην Ευρώπη. Σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων συναλλαγών από τη Visa, που δημοσιεύτηκε στη Wall Street Journal, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές συνεχίζουν να αποταμιεύουν περισσότερο και να επικεντρώνουν τις δαπάνες τους σε είδη πρώτης ανάγκης.
Από το 2019 έως σήμερα, η κατανάλωση των νοικοκυριών, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό, αυξήθηκε κατά 5,5% στην Ευρωζώνη και 2% στο Ηνωμένο Βασίλειο, έναντι 18% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και ανάλυση της ING, αυτή η διαφορά εξηγεί ένα σημαντικό μέρος του χάσματος στην ανάπτυξη μεταξύ των δύο οικονομιών τα τελευταία δύο έτη.
Τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα στην Ευρωζώνη, προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, βρίσκονται σήμερα 8% υψηλότερα από τα προ-πανδημικά επίπεδα. Η ολλανδική τράπεζα ING εκτιμά ότι, αν τα νοικοκυριά επανέρχονταν στα προ-πανδημικά επίπεδα αποταμίευσης, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ευρωζώνης θα ήταν 1,3% μεγαλύτερο.
Η αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal επισημαίνει ότι μέτρα όπως οι μειώσεις φόρων θα μπορούσαν να τονώσουν τις δαπάνες, ωστόσο πολλές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν περιορισμούς λόγω υψηλών επιπέδων χρέους, αμυντικών επενδύσεων και της γήρανσης του πληθυσμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης αποταμίευσαν περίπου το 15% του διαθέσιμου εισοδήματός τους πέρυσι, έναντι 12,5% πριν από την πανδημία. Αντίστοιχα, το ποσοστό αποταμίευσης στη Βρετανία έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σύγκριση με την προ-πανδημική περίοδο, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει υποχωρήσει σημαντικά κάτω από τα αντίστοιχα επίπεδα.
Διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στον τομέα των επενδύσεων, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι επιδεικνύουν μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Περίπου το ένα τρίτο των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των Ευρωπαίων διατηρείται σε μετρητά ή τραπεζικούς λογαριασμούς, με χαμηλά επιτόκια που ενδέχεται να υστερούν έναντι του πληθωρισμού. Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η διοχέτευση μέρους αυτών των μεγάλων ποσών σε πιο παραγωγικές επενδύσεις θα συνέβαλε στην ενίσχυση της οικονομίας. Αντιθέτως, οι Αμερικανοί τείνουν να επενδύουν περισσότερο στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Όσον αφορά την ανάληψη χρέους, ενώ οι Αμερικανοί τείνουν να χρησιμοποιούν ευρέως τις πιστωτικές τους κάρτες, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές, ιδίως στη Βόρεια Ευρώπη, είναι σημαντικά πιο συνετοί. Η Wall Street Journal σχολιάζει ότι διαχρονικοί κοινωνικοί κανόνες λιτότητας και οι μνήμες από ελλείψεις και πληθωρισμό σε περιόδους πολέμου έχουν διαμορφώσει μια κουλτούρα αποταμίευσης. Ειδικότερα σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, η ανάληψη χρέους αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Αυτή η διαφορά αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.
Οι περιορισμένες δαπάνες των Ευρωπαίων έχουν οδηγήσει ακόμη και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναζητούν ανάπτυξη κυρίως στις αγορές της Αμερικής και της Ασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ευρωπαϊκοί όμιλοι ειδών πολυτελείας, όπως κατασκευαστές τσαντών, ρολογιών και ενδυμάτων, οι οποίοι εξαρτώνται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τους Αμερικανούς και Ασιάτες καταναλωτές για την επίτευξη των αναπτυξιακών τους στόχων.
