Ο Γλάρος της Ξανθοπούλου: Τσέχωφ σε σκουπιδότοπο!

Ένας «Γλάρος» που πετάει πάνω από σκουπίδια, με τρεις ηθοποιούς και έναν μουσικό, έρχεται να ταράξει τα νερά της αθηναϊκής σκηνής! Από τις 18 Σεπτεμβρίου, η Ζωή Ξανθοπούλου παρουσιάζει στο Θέατρο Θησείον μια τολμηρή, απροσδόκητη ανάγνωση του κλασικού έργου του Άντον Τσέχωφ, για μόλις εννέα παραστάσεις.
Οι Δέσποινα Κούρτη, Γιώργος Παπαπαύλου και Βασίλης Ζαφειρόπουλος αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο να ζωντανέψουν όλο το τσεχοφικό σύμπαν, πλαισιωμένοι από τον μουσικό Τάσο Μισυρλή. Μια παράσταση-πρόκληση που υπόσχεται να γεφυρώσει το κλασικό δράμα με τη σύγχρονη περφόρμανς.
Το σκηνικό μεταμορφώνεται σε έναν σύγχρονο σκουπιδότοπο, όπου οι ήρωες παλεύουν με τη φθορά, την αδιάκοπη ανάγκη για αναγνώριση και την αγωνία της καλλιτεχνικής επιβίωσης. Μέσα από το «θέατρο μέσα στο θέατρο» και στοιχεία νεορεαλισμού, η ζωή και η υποκριτική γίνονται ένα, σε μια Art Business παραγωγή που προβληματίζει.
«Τι συμβολίζει τελικά ο γλάρος; Πόση ποίηση αντέχει η καθημερινότητα;» Η σκηνοθέτιδα Ζωή Ξανθοπούλου εξηγεί πως η παράσταση περιδινείται στους δαίμονες των ηρώων του Τσέχωφ, γεμάτη χιούμορ, τραγικότητα, υπαρξιακή απελπισία και μουσική.
Η αφαίρεση του πολυπρόσωπου θιάσου επέτρεψε στην Ξανθοπούλου να ερευνήσει σε βάθος τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες των χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας θεατρικά εργαλεία για ένα πολύπλευρο τσεχοφικό σύμπαν. Τονίζει πως δεν υπήρξαν αντιστάσεις ή ενοχές στον συνδυασμό κλασικού δράματος και περφόρμανς, πειραματιζόμενη ελεύθερα για να μιλήσει όσο πιο ειλικρινά γίνεται.
«Η ζωή -κι όχι εγώ- το έχει ήδη σκηνοθετήσει αριστοτεχνικά. Υπάρχει χιούμορ στο δράμα και συγκίνηση στο γελοίο», αναφέρει η Ξανθοπούλου. Η προσέγγιση εστιάζει στην παρατήρηση στερεοτύπων, την αποδοχή και την αντικατάσταση δεδομένων, δημιουργώντας αισθητικές εμπειρίες που οδηγούν σε σκέψεις και βιώματα, με πίστη στον αιώνιο χρόνο.
Ο πραγματικός «γλάρος» της παράστασης είναι «όλα αυτά και ό,τι άλλο νιώσει ο θεατής πως είναι». Γενικότερα, η σκηνοθέτιδα τονίζει πως ο “γλάρος” συμβολίζει αυτό που «έθαψε ο καθένας μας μέσα του, ξέροντας πως είναι ζωντανό και πως αυτή η επιλογή θα καθορίσει την ποιότητα της ζωής του». Η παράσταση είναι ανοιχτή σε αναγνώσεις, με σκοπό το κοινό να βρει τον δικό του χώρο στον επί σκηνής θίασο.
Το έργο, γεμάτο ανθρώπους που θέλουν κάτι από κάποιον που δεν μπορεί να τους το δώσει, μιλά περισσότερο για την αίσθηση της αποτυχίας στην τέχνη, η οποία καθορίζει τις σχέσεις. Ο φόβος της απόρριψης αποδεικνύεται πιο ισχυρός από την ίδια την απόρριψη.
Το σκηνικό τοπίο που θυμίζει σύγχρονο σκουπιδότοπο είναι μια σκληρή αναφορά στην κοινωνία μας: «Ως κοινωνία πετάμε πολλά σκουπίδια, όχι πάντα τα περιττά. Μέσα μας μαζεύουμε συχνά “σκουπίδια”. Γενικά επιβιώνουμε σε σκουπίδια, με σκουπίδια, σα σκουπίδια. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μέσα μας όμως υπάρχει πάντα μια καρδιά που χτυπά και λαχταρά για ζωή και ανθρώπους. Αυτός ο χτύπος, ακόμα και αν είναι σπίθα, είναι αρκετός. Μέσα μας επιβιώνει πάντα το θαύμα». Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης πρέπει να βρει τρόπο να επιβιώσει.
Ένα έργο γραμμένο πριν από έναν αιώνα μπορεί να μιλήσει για την επισφάλεια του σύγχρονου καλλιτέχνη χωρίς τεχνητό εκσυγχρονισμό; Η Ζωή Ξανθοπούλου απαντά «Ναι». «Ο Γλάρος» είναι ένα τέτοιο έργο. Η βάση των θεμάτων και των προβληματισμών παραμένει ίδια, και η παράσταση χρησιμοποιεί το κείμενο του Τσέχωφ χωρίς καμία προσθήκη, απλώς μιλώντας μέσα σε ένα πλαίσιο που γνωρίζουμε σήμερα.
Τι θέλει να έχει συμβεί στον θεατή όταν βγει από το Θησείον και ξαναβρεθεί στον πραγματικό δρόμο; «Να έχει αγαπήσει τους ανθρώπους λίγο περισσότερο και να είναι πιο επιεικής με τον εαυτό του αλλά και με τους άλλους. Και οπωσδήποτε να θέλει να πάει ξανά στο θέατρο.»

