Η Βουλή ψηφίζει ρύθμιση για δάνεια του νόμου Κατσέλη
Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στην ουσιαστική ανακούφιση των πολιτών που εξυπηρετούν ανελλιπώς τις οφειλές τους, θεσπίζοντας ένα νέο πλαίσιο αποπληρωμής και υπολογισμού τόκων.
Στη Βουλή βρίσκεται σήμερα προς ψήφιση μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιφέρει σημαντικές αλλαγές για περισσότερους από 100.000 ενήμερους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στο καθεστώς του νόμου Κατσέλη.

Ειδικότερα, η ρύθμιση προβλέπει αισθητή μείωση των μηνιαίων δόσεων των δανείων, διευκολύνοντας την αποπληρωμή τους. Επιπρόσθετα, επιταχύνεται η διαδικασία εξόφλησης των οφειλών, με απώτερο σκοπό τη σταδιακή μείωση του ιδιωτικού χρέους. Σημαντικές τροποποιήσεις εισάγονται και στον τρόπο υπολογισμού των τόκων, οι οποίοι εφεξής θα ενσωματώνονται άμεσα στη μηνιαία δόση. Αυτή η πρόβλεψη αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας και της σταθερότητας στις πληρωμές των δανειοληπτών. Παράλληλα, οι ήδη πραγματοποιηθείσες αναδρομικές καταβολές θα αφαιρούνται από το κεφάλαιο της οφειλής, συμβάλλοντας στη μείωση του συνολικού υπολοίπου των δανείων και στην επιτάχυνση της εξόφλησής τους.
Το εκτιμώμενο συνολικό δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης ανέρχεται περίπου στα 700 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό πρόκειται να επιμεριστεί μεταξύ του Δημοσίου και των τραπεζών, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας στήριξης των ενήμερων δανειοληπτών.
Το Υπουργείο Οικονομικών είχε παρουσιάσει στις 23 Ιουνίου 2026 τη νέα νομοθετική ρύθμιση για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη, παρέχοντας διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία και τις επερχόμενες αλλαγές. Σύμφωνα με την τότε ανακοίνωση, η ρύθμιση αποσκοπεί στην ουσιαστική ελάφρυνση των δανειοληπτών, προβλέποντας μικρότερες μηνιαίες δόσεις, χαμηλότερη οικονομική επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή των οφειλών.
Η εν λόγω ρύθμιση επιδιώκει τέσσερις βασικούς στόχους: την καθολική εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου, ώστε να μην απαιτείται νέα προσφυγή στα δικαστήρια για τους συνεπείς δανειολήπτες· την ουσιαστική μείωση του κόστους αποπληρωμής, καθώς ο τόκος υπολογίζεται πλέον μόνο επί της μηνιαίας δόσης· την αναδρομική αναγνώριση των επιπλέον καταβληθέντων ποσών και τον συμψηφισμό τους προς όφελος του δανειολήπτη· και, τέλος, τον δίκαιο επιμερισμό του κόστους μεταξύ τραπεζών και του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ», ανάλογα με την περίοδο είσπραξης των ποσών. Κατά συνέπεια, οι δανειολήπτες επωφελούνται από μικρότερες δόσεις, χαμηλότερη συνολική επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή.
Οι δανειολήπτες αναμένεται να επωφεληθούν άμεσα μέσω δύο βασικών μηχανισμών: Πρώτον, θα καταβάλλουν σημαντικά μικρότερη μηνιαία δόση, με τόκο που αντιστοιχεί αποκλειστικά σε έναν μήνα. Δεύτερον, τα επιπλέον ποσά που έχουν καταβληθεί κατά τα προηγούμενα έτη θα αναγνωρίζονται ως αποπληρωμένο κεφάλαιο, οδηγώντας σε μείωση τόσο της δόσης όσο και της συνολικής περιόδου αποπληρωμής.
Για την καλύτερη κατανόηση του αντίκτυπου, παρατίθεται ενδεικτικό παράδειγμα: Δανειολήπτης με υπόλοιπο οφειλής 144.500 ευρώ τον Ιανουάριο του 2024, ο οποίος με την προηγούμενη μέθοδο υπολογισμού κατέβαλλε μηνιαία δόση 731 ευρώ για 300 μήνες, θα πληρώνει πλέον 483 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 482 ευρώ αποπληρωμή κεφαλαίου και 1 ευρώ τόκο. Εάν ο εν λόγω δανειολήπτης είχε καταβάλει το ποσό των 731 ευρώ (τοκοχρεωλυτική δόση) από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026, το υπερβάλλον ποσό που έχει καταβληθεί για 30 μήνες ανέρχεται σε 7.440 ευρώ. Το ποσό αυτό αφαιρείται από τις υπολειπόμενες δόσεις, με αποτέλεσμα ο δανειολήπτης να πληρώσει τελικά 255 δόσεις των 483 ευρώ (με την τελευταία δόση να είναι 266 ευρώ), αντί των αρχικών 270. Συνολικά, αντί να καταβάλει 74.852 ευρώ σε τόκους, η επιβάρυνση σε τόκους θα περιοριστεί στα 411 ευρώ.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ρύθμισης είναι η πρόβλεψη για αναδρομικότητα. Για τους δανειολήπτες που έχουν ενεργή ρύθμιση και είναι συνεπείς στις πληρωμές τους, τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά αναγνωρίζονται αναδρομικά. Αυτή η διάταξη δεν προβλεπόταν στην απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα της νομοθετικής παρέμβασης της κυβέρνησης. Η αναδρομικότητα εφαρμόζεται με τον υπολογισμό του ποσού που ο δανειολήπτης έχει καταβάλει επιπλέον από την έναρξη της ρύθμισης. Το ποσό αυτό αφαιρείται από το υπόλοιπο της οφειλής, οδηγώντας σε μείωση των τελευταίων δόσεων του δανείου και συνεπώς σε ταχύτερη εξόφληση.
Η ρύθμιση δεν προβλέπει αναδρομικότητα για υποθέσεις που έχουν κλείσει ή έχουν κηρυχθεί έκπτωτες. Η αιτιολογία έγκειται στο γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις είτε η οφειλή έχει ήδη αποπληρωθεί και η κύρια κατοικία έχει διασωθεί (συνήθως μέσω εφάπαξ εξόφλησης του υπολοίπου κεφαλαίου), είτε έχουν ήδη δημιουργηθεί νομικά αποτελέσματα και για τα δύο μέρη λόγω μη καταβολής δόσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αναδρομική επανεξέταση τέτοιων υποθέσεων θα δημιουργούσε σοβαρή νομική και συστημική αβεβαιότητα, καθώς θα απαιτούσε την εκ νέου εξέταση χιλιάδων παλαιών υποθέσεων, πολλές εκ των οποίων βασίζονται σε δικαστικές αποφάσεις δεκαετίας. Επιπροσθέτως, στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης έχει εκπέσει από τη ρύθμιση, δεν έχει καταβληθεί σημαντικός αριθμός δόσεων, καθιστώντας αβάσιμη την αξίωση αναδρομικής επιστροφής για ποσά που ουδέποτε πληρώθηκαν.
Όσον αφορά τα λοιπά εργαλεία ρύθμισης οφειλών, όπως ο νόμος 4605/2019 και ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, η διάταξη προβλέπει ρητά ότι η μηνιαία δόση υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής και όχι επί της μηνιαίας δόσης. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τις προβλέψεις του νόμου, τις κανονιστικές πράξεις, τις συμβάσεις των ρυθμίσεων και τον υπολογισμό της εγκεκριμένης ρύθμισης, για τον οποίο έχει συμφωνήσει ο δανειολήπτης κατά την ένταξή του σε αυτήν.
Η μείωση των δόσεων αναμένεται να επιφέρει χαμηλότερες μελλοντικές εισπράξεις για το πρόγραμμα εγγυήσεων «ΗΡΑΚΛΗΣ». Η συνολική εκτιμώμενη επίπτωση ανέρχεται περίπου σε 500 εκατομμύρια ευρώ σε βάθος 20ετίας, λόγω των μειωμένων δόσεων σε δάνεια συνολικού ύψους 16,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και επιπλέον 200 εκατομμύρια ευρώ από την αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης. Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικό μέρος του κόστους των αναδρομικών δεν θα επιβαρύνει το Δημόσιο, καθώς θα καλυφθεί από τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η νομοθετική ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία παρά την απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς η εφαρμογή της τελευταίας δημιούργησε διαφορετικές ερμηνείες ως προς τον υπολογισμό των τόκων επί της μηνιαίας δόσης (εάν δηλαδή αφορούσαν όλη την περίοδο από την έναρξη της ρύθμισης ή μόνο τις 30 ημέρες μεταξύ των δόσεων). Επιπλέον, η απόφαση δεν προσδιόριζε τι συμβαίνει με τα αναδρομικά ποσά. Η κυβερνητική παρέμβαση αποσκοπεί στην οριστική άρση κάθε ασάφειας, ξεκαθαρίζοντας τον τρόπο υπολογισμού και διασφαλίζοντας την ενιαία εφαρμογή του για όλους τους δανειολήπτες, ώστε να μην απαιτείται εκ νέου προσφυγή στη δικαιοσύνη. Αυτό το ουσιαστικό όφελος καθίσταται πλέον καθολικό, εφαρμόσιμο και άμεσα αξιοποιήσιμο δικαίωμα για χιλιάδες δανειολήπτες.

