Ο κ. Pierre Gramegna, Managing Director του European Stability Mechanism (ESM), τόνισε τους κινδύνους που εγκυμονούν η γεωπολιτική αστάθεια και η ενεργειακή κρίση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι δηλώσεις του έγιναν στο πλαίσιο συζήτησης στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, που διεξάγεται από τις 22 έως τις 25 Απριλίου 2026.
Ο κ. Gramegna προειδοποίησε ότι οι αγορές δεν έχουν αποτιμήσει πλήρως το βάθος και τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Επισήμανε ότι οι αγορές φαίνεται να λειτουργούν με την προσδοκία ενός σύντομου τέλους, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις υποδεικνύουν ότι η έναρξη ενός πολέμου είναι ευκολότερη από τον τερματισμό του.
Η κρίση, όπως ανέφερε, έχει ήδη επηρεάσει την πραγματική οικονομία, προκαλώντας ζημία που δεν αναμένεται να αποκατασταθεί άμεσα. Τόνισε ότι η ομαλοποίηση της προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν θα επιτευχθεί σύντομα, γεγονός που ασκεί πίεση στις τιμές ενέργειας και το κόστος ζωής.
Ο κ. Gramegna ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επέδειξε μεγαλύτερο ρεαλισμό στις προβλέψεις της σε σύγκριση με άλλους οργανισμούς και τις αγορές. Επισήμανε την βραδύτερη ενσωμάτωση των πραγματικών δεδομένων της κρίσης από τις αγορές, προσθέτοντας ωστόσο ότι τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται μια στάση αναμονής.
Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στον πληθωρισμό, με τον κ. Gramegna να σημειώνει ότι βρίσκεται ήδη εκτός στόχου, προσεγγίζοντας το 3%. Διευκρίνισε ότι, εάν η κατάσταση ομαλοποιούνταν άμεσα, ο πληθωρισμός θα ήταν κοντά στο 2%, ένα σενάριο που δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Υπογράμμισε τη σημασία των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο Managing Director του ESM επεσήμανε την ταχεία και ευρεία επιρροή της κρίσης σε πολλές χώρες. Τόνισε ότι, παρότι η σύγκρουση μπορεί να θεωρείται περιφερειακή, οι συνέπειές της είναι παγκόσμιες, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές των καυσίμων, των μεταφορών και της παραγωγής.
Αναλύοντας τις διαφορές με την κρίση του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο κ. Gramegna υπογράμμισε ότι τότε ο πληθωρισμός αυξήθηκε από σχεδόν μηδενικά επίπεδα. Σήμερα, τα επιτόκια βρίσκονται ήδη σε υψηλότερα επίπεδα, οδηγώντας σε ταχύτερο αντίκτυπο και περιορισμένα περιθώρια ελιγμών για τα κράτη, λόγω των επιβαρύνσεων από την πανδημία.
Αναφορικά με την Ελλάδα, ο κ. Gramegna σημείωσε ότι η χώρα βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια, χάρη στις δομικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί. Τόνισε ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια ήταν υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενισχύοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας.
Υπογράμμισε τη σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αναφέροντας ότι ο μέσος όρος του χρέους προς το ΑΕΠ στην ΕΕ είναι περίπου 90%, ένα επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ ή την Κίνα. Επισήμανε ότι η Ευρώπη διαθέτει ένα πλαίσιο που επιβάλλει κανόνες και περιορισμούς.
Σχετικά με τις πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης, ο κ. Gramegna υπογράμμισε ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και προσαρμοσμένα, ώστε να αποφευχθούν μόνιμες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις. Τόνισε επίσης ότι ο στρατηγικός στόχος της ενεργειακής μετάβασης δεν πρέπει να υπονομεύεται.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στην ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς αυτό αποτελεί ζήτημα στρατηγικής και ενεργειακής αυτονομίας. Αναφέρθηκε επίσης στην πρόοδο της Ελλάδας στον τομέα αυτό, τονίζοντας ότι η αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ συμβάλλει στην ανθεκτικότητα.
Ο κ. Gramegna δήλωσε ότι η τρέχουσα κρίση αναδεικνύει την αυξημένη ευαλωτότητα που προκύπτει από την υπερβολική εξάρτηση στα ορυκτά καύσιμα. Υπογράμμισε ότι η απάντηση δεν έγκειται σε αλλαγή πορείας, αλλά στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, τονίζοντας την ανάγκη για έξυπνους χειρισμούς, χωρίς όμως αλλαγή στρατηγικής κατεύθυνσης.
Ο κ. Gramegna ανέφερε ότι η Ευρώπη έχει ενισχύσει τα ενεργειακά της αποθέματα και έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Επισήμανε τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και τη στρατηγική επιλογή της ενίσχυσης των ΑΠΕ.
