ΕΑΣ: Διπλή φορολόγηση συνταξιούχων, απώλειες δισεκατομμυρίων

ΕΑΣ: Διπλή φορολόγηση συνταξιούχων, απώλειες δισεκατομμυρίων

Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) έχει οδηγήσει στην αφαίρεση ποσού άνω των 15 δισεκατομμυρίων ευρώ από περίπου 400.000 συνταξιούχους μέχρι σήμερα, μέσω μιας διαδικασίας που χαρακτηρίζεται ως άδικη διπλή φορολόγηση. Η κατάργηση της εν λόγω εισφοράς αποτελεί πάγιο αίτημα των συνταξιουχικών οργανώσεων.

σχετικά άρθρα

Για το έτος 2026, εκτιμάται ότι πάνω από 400.000 συνταξιούχοι, ή οι κληρονόμοι τους, με κύρια μεικτή σύνταξη άνω των 1.468 ευρώ και επικουρική μεικτή σύνταξη άνω των 300 ευρώ, θα υποστούν απώλειες συνολικού ύψους 888 εκατομμυρίων ευρώ (721 εκατ. από κύριες συντάξεις και 167 εκατ. από επικουρικές) λόγω της ΕΑΣ. Αυτό προκύπτει από τις υφιστάμενες περικοπές ύψους 3% έως 14% και 3% έως 10% αντιστοίχως, σύμφωνα με το σχέδιο προϋπολογισμού του 2026.

Παρατηρείται το φαινόμενο η κυβέρνηση να προχωρά σε οριακές αυξήσεις συντάξεων, ενώ παράλληλα εισπράττει ποσά υπερδιπλάσια μέσω φόρων και εισφορών που έχουν καθιερωθεί από μνημονιακούς νόμους και εξακολουθούν να εφαρμόζονται.

**Το ιστορικό της ΕΑΣ**

Η ΕΑΣ καθιερώθηκε αρχικά με το άρθρο 38 του Νόμου 3863/2010, στο πλαίσιο του πρώτου Μνημονίου, και αφορούσε όλες τις κύριες συντάξεις που υπερέβαιναν τα 1.400 ευρώ μεικτά μηνιαίως, από την 1η Αυγούστου 2010 και μετά. Προβλέφθηκε η τήρησή της σε ειδικό λογαριασμό εντός του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια. Στόχος του ΑΚΑΓΕ είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και η χρηματοδότηση του προγράμματος «κατ’ οίκον φροντίδας συνταξιούχων».

Οι αρχικοί συντελεστές παρακράτησης για τις κύριες συντάξεις κυμαίνονταν από 3% (για συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ) έως 14% (για συντάξεις άνω των 3.500 ευρώ). Με τον Νόμο 3986/2011, η ΕΑΣ διευρύνθηκε και στις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ μεικτά, με συντελεστές από 3% έως 10%.

**Πρόσφατες εξελίξεις και αδικίες**

Πρόσφατα, με τον Νόμο 5162/2024, οι συντελεστές 3%-14% διατηρήθηκαν, ενώ τα αντίστοιχα ποσά τιμαριθμοποιήθηκαν κατά 2,4%, ποσοστό ίσο με την αύξηση των συντάξεων για τα έτη 2025 και 2026. Η παρούσα κυβέρνηση, αντί να καταργήσει την ΕΑΣ, όπως ήταν το αίτημα των συνταξιούχων, προχώρησε στην επαναθέσπισή της και τη θωράκισή της, περιοριζόμενη στην τιμαριθμοποίηση των οκτώ κλιμακίων-συντελεστών παρακράτησης.

Το υφιστάμενο σύστημα εξακολουθεί να δημιουργεί και να διαιωνίζει δύο βασικές αδικίες για τους συνταξιούχους που υπόκεινται στην καταβολή της ΕΑΣ:

1. **Διπλή φορολόγηση:** Για αυτή την ομάδα, δεν ισχύει το αφορολόγητο όριο των 8.636 ευρώ ετήσιου εισοδήματος, το οποίο εφαρμόζεται σε μισθωτούς, άλλους συνταξιούχους και αγρότες. Αντιθέτως, η παρακράτηση της ΕΑΣ ξεκινά από το πρώτο ευρώ. Ο ΕΦΚΑ προβαίνει σε παρακράτηση της ΕΑΣ «στην πηγή», υπολογίζοντάς την επί του αρχικού μεικτού ποσού της σύνταξης. Ακολουθεί ο υπολογισμός της εισφοράς υπέρ υγείας (6%) και τέλος επιβάλλεται ο φόρος. Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται διπλή επιβάρυνση για τους υπόχρεους σε ΕΑΣ, καθώς δεν επωφελούνται από την προοδευτική φορολογική κλίμακα.

2. **Λανθασμένη τιμαριθμοποίηση κλιμακίων:** Η δεύτερη αδικία πηγάζει από τον τρόπο τιμαριθμοποίησης των κλιμακίων και των συντελεστών της ΕΑΣ. Παρατηρούνται περιπτώσεις όπου συνταξιούχοι με υψηλότερη αρχική σύνταξη καταλήγουν να λαμβάνουν καθαρό ποσό μικρότερο από εκείνους με χαμηλότερη σύνταξη, μετά την παρακράτηση της εισφοράς. Αυτή η αδικία εκτιμάται ότι θα διαιωνιστεί και θα μονιμοποιηθεί με την τιμαριθμοποίηση των κλιμακίων, εάν δεν υπάρξει αλλαγή στους συντελεστές και ο υπολογισμός δεν γίνει «επάνω στο κλιμάκιο».

Η Ένωση για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ) επισημαίνει ότι «η διατήρηση της ΕΑΣ, ως φόρου επί του εισοδήματος μεγάλης κατηγορίας συνταξιούχων, παραβιάζει τον πυρήνα του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και συνιστά εκδήλωση αυθαιρεσίας, απολύτως ασυμβίβαστης με τις αρχές που διέπουν το κράτος δικαίου, καθώς μόνο συγκεκριμένοι συνταξιούχοι, αποκλειστικά λόγω του ύψους της σύνταξής τους, συνεχίζουν να συνεισφέρουν στα αποθεματικά του ΑΚΑΓΕ».