Η κατάσταση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την εφορία παρουσιάζει ανησυχητικές εξελίξεις, με το συνολικό ποσό να έχει εκτιναχθεί στα 114,5 δισ. ευρώ στο τέλος του πρώτου διμήνου του 2026. Αυτή η ραγδαία αύξηση θέτει σοβαρούς προβληματισμούς σχετικά με την αποτελεσματικότητα της επικείμενης ρύθμισης των 72 δόσεων, η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της αποπληρωμής αυτών των χρεών από τους φορολογούμενους.
Ο αυξανόμενος αριθμός των χρεών δεν είναι απλώς θέμα επιλογής αριθμού δόσεων που μπορεί να επιλέξει κάποιος, αλλά αντανακλά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που βιώνουν τα νοικοκυριά. Στην πραγματικότητα, πολλοί πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν εμπρόθεσμα στις υποχρεώσεις τους. Ενώ οι ρυθμίσεις των 12 έως 48 δόσεων αποδεικνύονται χρήσιμες για όσους έχουν τα μέσα να πληρώσουν, για εκείνους που βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση, ακόμη και οι νέες ρυθμίσεις μπορεί να μην προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια.
Η ανησυχία για την πραγματική αποτελεσματικότητα της ρύθμισης των 72 δόσεων παραμένει έντονη. Σύμφωνα με πληροφορίες από το Υπουργείο Οικονομικών, οι προγραμματισμένες ρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ειδικότερα, η αύξηση των ανεπίδεκτων είσπραξης χρεών, που αγγίζουν τα 35,1 δισ. ευρώ, αυξάνει την αβεβαιότητα γύρω από τις νέες ρυθμίσεις.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της ΑΑΔΕ, η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς τα «φρέσκα» ληξιπρόθεσμα χρέη για το πρώτο δίμηνο του 2026 ανήλθαν σε 2,136 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 8,98% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Μόνο τον Ιανουάριο, οι νέες οφειλές ανήλθαν σε 931 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 27,36%, με τον Φεβρουάριο να προστίθεται ακόμη 1,19 δισ. ευρώ.
Αυτή η συνεχής αύξηση των χρεών υπογραμμίζει την πίεση που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κυρίως σε μια περίοδο που η οικονομία είναι ήδη επιβαρυμένη από άλλες προκλήσεις. Ο συνολικός ληξιπρόθεσμος υπόλοιπος χρέος φτάνει τα 114,5 δισ. ευρώ, με το ποσό που θεωρείται «εισπράξιμο» να ξεπερνά τα 79,4 δισ. ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων επιχειρεί να ενισχύσει τους οφειλέτες που έχουν χρέη έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Ωστόσο, για να ενταχθούν στη ρύθμιση, οι φορολογούμενοι υποχρεούνται να τακτοποιήσουν όλες τις τρέχουσες οφειλές τους, γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί ανασταλτικός παράγοντας για πολλούς.
Επιπλέον, η απουσία «κουρέματος» οφειλών και η επιβάρυνση με επιτόκιο έως 5,84% φαίνεται ότι καθιστά τη ρύθμιση λιγότερο ελκυστική. Η συμμετοχή και η βιωσιμότητα της ρύθμισης παραμένουν κεντρικά ζητήματα, ιδίως εάν συγκριθούν με τις εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις οποίες από τα 80 δισ. ευρώ που θα μπορούσαν να εισπραχθούν, μόλις το 6,65% βρίσκεται σε ρύθμιση.
