Απευθείας αναθέσεις: Αύξηση, αντιδράσεις και προβλήματα διαφάνειας

Απευθείας αναθέσεις: Αύξηση, αντιδράσεις και προβλήματα διαφάνειας
Απευθείας αναθέσεις: Αύξηση, αντιδράσεις και προβλήματα διαφάνειας

Οι απευθείας αναθέσεις έργων και υπηρεσιών στον δημόσιο τομέα έχουν επανειλημμένα προκαλέσει δημόσιες συζητήσεις και αντιδράσεις, αφήνοντας στην κοινή γνώμη την αίσθηση έλλειψης διαφάνειας και αξιοκρατίας. Παραδείγματα που έχουν απασχολήσει την επικαιρότητα περιλαμβάνουν τη ματαίωση διαγωνισμού για λογότυπο του Μετρό Θεσσαλονίκης το 2024 και την απευθείας ανάθεση αντί 30.000 ευρώ σε νεοϊδρυθείσα εταιρεία, καθώς και την απευθείας ανάθεση προμήθειας μασκών και αντισηπτικών για σωφρονιστικά καταστήματα το 2020, ύψους 291.659 ευρώ, επί γενικής γραμματέως Αντεγκληματικής Πολιτικής Σοφίας Νικολάου, σε κατάστημα λιανικής.

σχετικά άρθρα

Ενώ οι προαναφερθείσες αναθέσεις ήταν νομότυπες, αναδεικνύουν ένα ευρύτερο ζήτημα. Η απευθείας ανάθεση ορίζεται ως η ανάθεση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών από αναθέτουσα δημόσια αρχή σε οικονομικό φορέα της επιλογής της, χωρίς προηγούμενη δημοσιότητα ή πρόσκληση. Το χρηματικό όριο για τέτοιες αναθέσεις, που μέχρι το 2021 ανερχόταν σε 20.000 ευρώ, αυξήθηκε με τον Ν.4782/2021, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης της Covid-19, σε 30.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Για συμβάσεις που αφορούν «κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες», το ποσό αυτό μπορεί να φτάσει έως τα 60.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ.

Το επιχείρημα υπέρ των απευθείας αναθέσεων εστιάζει στην ευελιξία και την ταχύτητα, παρακάμπτοντας τις παραδοσιακές διαγωνιστικές διαδικασίες και ελαφρύνοντας το διοικητικό βάρος. Ωστόσο, επίσημα στοιχεία υποδεικνύουν κατάχρηση αυτής της δυνατότητας. Συχνά, συμβάσεις μεγάλης αξίας κατατέμνονται σε πλείονες απευθείας αναθέσεις για την παράκαμψη διαγωνιστικών διαδικασιών, αποθαρρύνοντας τον ανταγωνισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρατηρεί το φαινόμενο και κάνει συστάσεις, με αποτέλεσμα την απώλεια χρηματοδότησης έργων λόγω έλλειψης διαφάνειας στις διαδικασίες ανάθεσης.

Σύμφωνα με στοιχεία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ), την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025, από το σύνολο των 209.702 δημοσίων συμβάσεων αξίας 13 δισ. ευρώ, οι 161.069, συνολικού ύψους 2.261 δισ. ευρώ, ήταν απευθείας αναθέσεις. Αντίστοιχα, το πρώτο εξάμηνο του 2024, από 108.776 συμβάσεις αξίας 8,25 δισ. ευρώ, οι 80.835 (3 στις 4), συνολικής αξίας 1,23 δισ. ευρώ (15% της αξίας), πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση. Το 2023, από 252.799 συμβάσεις, οι 184.757 (7 στις 10 ή 73%) ήταν απευθείας αναθέσεις. Ο αριθμός των απευθείας αναθέσεων βαίνει αυξανόμενος κάθε χρόνο. Ενδεικτικά, το 2020, πριν την αύξηση του ορίου στα 30.000 ευρώ, από 215.542 συμβάσεις αξίας 7.934 δισ. ευρώ, οι 138.213 αξίας 1.406 δισ. ευρώ ήταν απευθείας αναθέσεις. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) εμφανίζονται ως πρωταθλητές στις απευθείας αναθέσεις. Από το 2020 έως τον Οκτώβριο του 2025, υπεγράφησαν 1.374.580 συμβάσεις συνολικής αξίας 77,412 δισ. ευρώ, εκ των οποίων οι 993.089 συμβάσεις, αξίας 12.701 δισ. ευρώ, ήταν απευθείας αναθέσεις. Την τελευταία εξαετία, 12 δισ. ευρώ δόθηκαν σε απευθείας αναθέσεις και 8 δισ. ευρώ σε αναθέσεις με έναν μόνο συμμετέχοντα σε διαγωνισμό.

Επιπλέον, εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως αυτή του 2024, κάνουν λόγο για λάθη, χαμηλό ανταγωνισμό και συχνή μη συμμόρφωση με το ισχύον πλαίσιο στις δημόσιες συμβάσεις. Έρευνα του vouliwatch.gr («Consultocracy») αποκάλυψε ότι σε οκτώ χρόνια, 1,56 δισ. ευρώ δόθηκαν σε συμβουλευτικές εταιρείες μέσω 3.000 συμβάσεων, κυρίως απευθείας αναθέσεων, προκαλώντας έντονη αντιπαράθεση στη Βουλή. Πρόσφατα, αποκαλύφθηκε ανάθεση 7.886.000 ευρώ σε μία εταιρεία για την καμπάνια ενημέρωσης των αποδήμων για την επιστολική ψήφο, εκ των οποίων τα 4.979.000 ευρώ δόθηκαν στην ίδια εταιρεία μέσω διαγωνισμού με προσφορές άλλων συμμετεχόντων κατά 2.000 ευρώ υψηλότερες, εγείροντας ζητήματα διαφάνειας, όπως επισήμανε το ΠΑΣΟΚ.

Η αδιαφάνεια και η έλλειψη ανταγωνισμού στις διαγωνιστικές διαδικασίες δημιουργούν προβλήματα στη δρομολόγηση σημαντικών έργων και επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του προγράμματος ΑΙΓΙΣ, ύψους 2,1 δισ. ευρώ, για την προμήθεια πυροσβεστικών μέσων, το οποίο ανακοινώθηκε πριν περίπου έξι χρόνια με πρόβλεψη αγορών μέσω απευθείας αναθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει έργα με τέτοιο τρόπο, καθυστερώντας τη δρομολόγηση των διαγωνισμών, με τα πρώτα μέσα πυρόσβεσης να παραλαμβάνονται στα μέσα του 2025.

Ένα ακόμα παράδειγμα είναι η πρόσφατη αίτηση της ΕΥΔΑΠ για κήρυξη της Αθήνας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας. Η επίκληση του επείγοντος επιτρέπει την εκτέλεση αναγκαίων έργων (ύψους 2,5 δισ. ευρώ) μέσω επειγουσών διαδικασιών ή απευθείας αναθέσεων. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι γνωστό επί δεκαετίες, με την τωρινή κυβέρνηση να κάνει εξαγγελίες για την αντιμετώπισή του από το 2020. Παρά τη δήλωση του Πρωθυπουργού το 2024 για δομικές παρεμβάσεις και επικείμενες εξαγγελίες, αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν. Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης επιτρέπει την προώθηση έργων με κατεπείγουσες διαδικασίες, συχνά χωρίς περιβαλλοντικές μελέτες.

Η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων δημοσίευσε πρόσφατα εγκύκλιο, ζητώντας περαιτέρω αιτιολόγηση των απευθείας αναθέσεων για την ενίσχυση της νομιμότητας, της διαφάνειας και της ορθής δημοσιονομικής διαχείρισης. Παρά την «εξαιρετική» φύση της, η επιλογή της απευθείας ανάθεσης παραμένει θελκτική για τους φορείς λόγω του χαμηλού διοικητικού της βάρους, με το όριο των 30.000 ευρώ να παραμένει.