Η νέα έρευνα του ΣΕΒ σε συνεργασία με τον ΙΟΒΕ αποκαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την απασχόληση στην Ελλάδα, προσδιορίζοντας τους τομείς που κυριαρχούν στην αγορά εργασίας και την παραγωγικότητα της εργασίας κατά την περίοδο 2000-2024.
Απασχόληση και παραγωγικότητα στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, και για κάθε ώρα εργασίας, το ποσοστό είναι στο 43%. Παρά την πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη, η παραγωγικότητα το 2024 παραμένει στα επίπεδα του 2000, με την απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ να έχει μεγαλώσει ακόμη περισσότερο. Αυτό το στοιχείο επισημαίνει την ανάγκη για στρατηγικές βελτίωσης της παραγωγικότητας προκειμένου να διασφαλιστεί μια βιώσιμη ανάπτυξη.
Αύξηση απασχόλησης και ΑΕΠ
Κατά την περίοδο 2000-2024, το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) έχει αυξηθεί κατά 22% με σταθερές τιμές. Αυτή η αύξηση, ωστόσο, οφείλεται κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης, και όχι στην παραγωγικότητα. Το ποσοστό των εργαζομένων στον πληθυσμό έχει αυξηθεί κατά 26%, γεγονός που δείχνει ότι οι Ελληνες εισέρχονται σε περισσότερες θέσεις εργασίας, αν και η παραγωγικότητα δεν καλύπτει τις ανάγκες.
Ποιους τομείς απασχολεί περισσότερο και πού οι Έλληνες αμείβονται καλύτερα
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, οι τομείς με τη μεγαλύτερη απασχόληση είναι ο τομέας του Εμπορίου (17,1% του πληθυσμού), όπου η παραγωγικότητα φτάνει τα 25.200 ευρώ ανά εργαζόμενο. Στον τομέα των Καταλυμάτων και Εστίασης απασχολείται το 14,2% των εργαζομένων, με παραγωγικότητα 20.400 ευρώ. Από την άλλη, η Βιομηχανία καλύπτει το 9,5% του πληθυσμού, ενώ οι Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες και ο τομέας των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών αντιπροσωπεύουν ποσοστά 1,6% και 2,4%, αντίστοιχα.
Ωστόσο, όσον αφορά την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία ανά εργαζόμενο, ο Χρηματοπιστωτικός τομέας ξεχωρίζει με 157.300 ευρώ, αν και το ποσοστό απασχόλησης είναι μικρό. Ακολουθεί η Βιομηχανία με 62.900 ευρώ και οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών με 59.700 ευρώ. Αυτή η διαφοροποίηση καταδεικνύει την ανάγκη επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό και τις υποδομές.
Διαφορετικότητα αναλόγως μεγεθών επιχειρήσεων
Σημαντική είναι και η διαφορά στην παραγωγικότητα ανάμεσα στις επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθός τους. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις παράγουν μόλις 14.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, οι μικρές 19.000 ευρώ, οι επιχειρήσεις με 20-49 εργαζομένους 25.000 ευρώ, ενώ οι μεσαίες φτάνουν τα 39.000 και οι μεγάλες 72.000 ευρώ. Αυτό υποδεικνύει ότι οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να πλησιάσουν περισσότερο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΣΕΒ, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά 67% και οι μικρές κατά 63%. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα έχει μικρότερο ποσοστό από μεγάλες επιχειρήσεις σε σχέση με την ΕΕ, ενώ οι μεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν μόλις το 0,5% του συνόλου, σε αντίθεση με το 0,8% στην ΕΕ.
Η χαμηλή παραγωγικότητα, όπως επισημαίνει η μελέτη, οφείλεται και στο μειωμένο επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Η έλλειψη επενδύσεων σε εξοπλισμό, τεχνολογία και παραγωγικές υποδομές δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να βελτιώσουν την αποδοτικότητα τους.
Συμπερασματικά, η έρευνα του ΣΕΒ μας δείχνει ότι η θέση της απασχόλησης στην Ελλάδα, ενώ έχει επηρεαστεί θετικά από την αύξηση των εργαζομένων, αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στον τομέα της παραγωγικότητας. Η αναγνώριση και η στρατηγική προσέγγιση των ζητημάτων αυτών είναι θεμελιώδους σημασίας για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
