Έθεσε ακόμη τους στόχους της ελληνικής κυβέρνησης για την επόμενη διετία, οι οποίοι είναι «να πετύχει ισχυρούς ρυθμούς δημοσιονομικής μεγέθυνσης από φέτος, έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία το 2022, δημοσιονομική ισορροπία το 2022 και ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023, μονοψήφιο ύψος κόκκινων δανείων το 2022 και επενδυτική βαθμίδα που προϋποθέτει τα προηγούμενα το πρώτο εξάμηνο του 2023».
«Στόχος να βοηθηθεί όλη την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα τη μεσαία τάξη», τόνισε. «Να επιτύχουμε υψηλή, βιώσιμη, έξυπνη, πράσινη και κοινωνικά δίκαιη οικονομική ανάκαμψη».
«Η ΕΕ στις τελευταίες εαρινές εκτιμήσεις της υποστηρίζει ότι η Ελλάδα το 2022 θα αναπτυχθεί με 6%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 4,4%. Οι επενδύσεις του 2022 θα αναπτυχθούν με 15% όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος θα είναι 5% και οι εξαγωγές με 7% όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος θα είναι 0%. ‘Αρα επιτυγχάνουμε και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας», σημείωσε.
Ερωτηθείς αναφορικά με το ρόλο των τραπεζών, ο υπουργός Οικονομικών επεσήμανε πώς η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει το ευνοϊκό περιβάλλον, ώστε οι τράπεζες να δανείζονται φθηνά και να μην έχουν απώλεια καταθέσεων, όπως είχαν στο παρελθόν και να βοηθήσει τις τράπεζες να μειώσουν τον όγκο των κόκκινων δανείων. Αυτά όπως σημείωσε επιτεύχθηκαν.
«Η πολιτεία έκανε αυτό που έπρεπε προκειμένου να βοηθήσει το τραπεζικό σύστημα να σταθεί στα πόδια του. Το τραπεζικό σύστημα μέσα στην υγειονομική κρίση έβαλε πλάτη. Έχουν γίνει 250.000 ρυθμίσεις δανείων, αναστολές σε άλλα τόσα δάνεια, ενώ δόθηκαν περίπου 35.000 δάνεια και μάλιστα το 80% είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις», σημείωσε αλλά πρόσθεσε χαρακτηριστικά:
«Αυτό δεν αρκεί και ούτε λύνει το πρόβλημα. Υπάρχει ανάγκη, αξιοποιώντας το Ταμείο Ανάκαμψης, να δοθούν πολύ περισσότεροι πόροι από το τραπεζικό σύστημα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και πρέπει να αξιολογηθεί πάλι το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψιν ότι έρχονται πολύ περισσότεροι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης»
«Το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για την περίοδο 2022-2025 εμπεριέχει συγκεκριμένους στόχους και καταδεικνύει πώς μπορεί η χώρα να πετύχει ισχυρή ανάκαμψη φέτος και από το 2022 βιώσιμη ανάπτυξη», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ακόμη, όπως ανέφερε, και τα κόκκινα δάνεια συνεχίζουν να μειώνονται ενώ χθες βράδυ κατατέθηκε το καινούριο νομοσχέδιο με το οποίο επεκτείνεται το σχέδιο Ηρακλής για να μειωθεί ακόμη περισσότερο ο όγκος των κόκκινων δανείων.
«Η χώρα μέσα στην υγειονομική κρίση αναβαθμίστηκε από τρεις οίκους αξιολόγησης. Στις αγορές χρήματων δανειζόμαστε σταθερά με αρνητικό επιτόκιο. Στις αγορές κεφαλαίου δανειζόμαστε με ιστορικά χαμηλό κόστος. Έχει ενισχυθεί πολύ η αξιοπιστία της χώρας, η αξιοπιστία της ελληνικής κοινωνίας και της κυβέρνησης».
«Όσες μελέτες έχουν δει το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες δύο εβδομάδες είναι πιο αισιόδοξες από αυτές της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτό μας κάνει ρεαλιστικά αισιόδοξους ότι θα πετύχουμε τους στόχους», σημείωσε και πρόσθεσε πως η κυβέρνηση δεν αναθεωρεί ακόμη τους στόχους γιατί υπάρχουν αβεβαιότητες στο υγειονομικό πεδίο, στο τουριστικό κύμα, σε εξωγενείς παράγοντες, ακόμη και στην ΕΛΣΤΑΤ, όμως, ίσως το Σεπτέμβριο τις αναθεωρήσει επί τα βελτίω.
Ο υπουργός Οικονομικών επεσήμανε ότι ίσως την επόμενη Τρίτη στο Ecofin, να εγκριθεί το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, μαζί με το γερμανικό σχέδιο και κάποια άλλα. Η αποδέσμευση των πρώτων 4 δισ. ευρώ αναμένεται τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, ενώ εκτιμάται ότι συνολικά η χώρα θα λάβει μέσα στο 2021 τα πρώτα 8 δισ. ευρώ.
Ο κ. Σταϊκούρας επεσήμανε πως η κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει το τμήμα της κοινωνίας, το οποίο πλήττεται, ενώ στο δεύτερο εξάμηνο θα υπάρχουν 4,5 δισ. ευρώ μέτρα στήριξης και έκανε λόγο για συνεπή και συνετή δημοσιονομική πολιτική, με στόχευση μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, ενώ τόνισε πως τα 12,7 δισ. ευρώ δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης θα διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία μέσω δανείων.
«Δώσαμε 41 δισ. ευρώ αυτή τη διετία. Αυτά τα μαζέψαμε κυρίως από εξόδους στις αγορές και με μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες. Δύο χρόνια ότι μαζέψαμε στο ταμείο της χώρας το δώσαμε στην κοινωνία, γι αυτό και αυτή τη στιγμή τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας είναι στα 34-35 δισ. ευρώ, όσα πριν από την υγειονομική κρίση».

