Η Τράπεζα της Αγγλίας άνοιξε ξανά τον κύκλο των αυξήσεων
Η ψήφος 8-1 και η προειδοποίηση για νέες αυξήσεις αποκαλύπτουν την ανησυχία για την ενέργεια και τον πληθωρισμό.
Η Τράπεζα της Αγγλίας αύξησε σήμερα το βασικό επιτόκιο στο 4% από 3,75%, στην πρώτη αύξηση από το 2023. Η απόφαση πέρασε με ψήφους 8 προς 1, αλλά η λεπτομέρεια της ψηφοφορίας λέει περισσότερα από τον τίτλο: η Κάθριν Μαν δεν ζήτησε αναμονή, αλλά αύξηση μισής μονάδας, στο 4,25%. Η επιτροπή δεν συμφώνησε, επομένως, μόνο ως προς το αν έπρεπε να κινηθεί· διχάστηκε και για το πόσο γρήγορα μπορεί να ξεφύγει ο πληθωρισμός.
Η τράπεζα αποδίδει τον άμεσο κίνδυνο στην παρατεταμένη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν και στις υψηλές τιμές ενέργειας. Ο διοικητής Άντριου Μπέιλι προειδοποίησε ότι η σημερινή απόφαση δεν σημαίνει «αναπόφευκτη μακρά σειρά» αυξήσεων, αλλά ούτε και ότι θα είναι η τελευταία αν η σύγκρουση συνεχιστεί. Αυτή η διατύπωση κρατά ανοιχτές όλες τις επιλογές και μεταφέρει το βάρος στα επόμενα στοιχεία για ενέργεια, μισθούς και προσδοκίες τιμών.
Για την αγορά, το παρασκήνιο είναι η απότομη αλλαγή του αφηγήματος: από το πότε θα μειωθούν τα επιτόκια, στο πόσο θα διαρκέσει η σύσφιγξη. Οι επιχειρήσεις με δανεισμό και τα νοικοκυριά με κυμαινόμενα στεγαστικά βλέπουν ακριβότερο χρήμα, ενώ οι αποταμιευτές μπορεί να κερδίσουν από υψηλότερες αποδόσεις. Η ίδια απόφαση, όμως, δεν κατανέμει ισότιμα το κόστος: η ενέργεια πιέζει ταυτόχρονα τιμές και διαθέσιμο εισόδημα, άρα η αύξηση επιτοκίων μπορεί να συγκρατήσει τη ζήτηση χωρίς να παράγει περισσότερο φυσικό αέριο ή πετρέλαιο.
Η διοίκηση έχει πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα στην αξιοπιστία του στόχου και στην αντοχή της οικονομίας. Αν η ενέργεια αποκλιμακωθεί γρήγορα, η σημερινή αύξηση μπορεί να αποδειχθεί προληπτική κίνηση. Αν επιμείνει, η τράπεζα θα χρειαστεί να εξηγήσει γιατί οι αυξήσεις δεν πέρασαν νωρίτερα στις προσδοκίες. Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες ανακοινώσεις για μισθούς και υπηρεσίες θα καθορίσουν αν ο πληθωρισμός έχει αποκτήσει εγχώρια δυναμική.

