Το deal των $110 δισ. απέκτησε ταξίμετρο: Κάθε μέρα καθυστέρησης κοστίζει στην Paramount $7 εκατ.
Η εταιρεία ζητά εγγύηση $1,88 δισ. από τις 12 Πολιτείες που προσβάλλουν τη συμφωνία, καθώς μετά τις 30 Σεπτεμβρίου ενεργοποιείται ημερήσια επιβάρυνση εκατομμυρίων
Στις περισσότερες μεγάλες εξαγορές, η καθυστέρηση κοστίζει σε χρόνο, αβεβαιότητα και χαμένες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Στην περίπτωση της Paramount και της Warner Bros. Discovery, όμως, το κόστος έχει πλέον συγκεκριμένη τιμή: περίπου 7 εκατ. δολάρια για κάθε ημέρα που περνά.
Η Paramount Skydance ζήτησε από ομοσπονδιακό δικαστήριο να υποχρεώσει τις 12 αμερικανικές Πολιτείες που επιχειρούν να μπλοκάρουν την εξαγορά της Warner Bros. Discovery, καθώς και τη Writers Guild of America, να καταθέσουν εγγύηση 1,88 δισ. δολαρίων. Το ποσό, σύμφωνα με την εταιρεία, θα λειτουργήσει ως κάλυψη για τις οικονομικές απώλειες που μπορεί να προκαλέσει η δικαστική καθυστέρηση, εφόσον οι ενάγοντες τελικά χάσουν την υπόθεση.
Πίσω από το εντυπωσιακό αίτημα βρίσκεται ένας όρος που η ίδια η Paramount αποδέχθηκε όταν κέρδισε τη μάχη για τη Warner: το λεγόμενο «ticking fee». Εάν η συναλλαγή δεν έχει ολοκληρωθεί έως τις 30 Σεπτεμβρίου, οι μέτοχοι της Warner δικαιούνται επιπλέον 25 σεντς ανά μετοχή για κάθε τρίμηνο που περνά χωρίς να κλείσει η συμφωνία. Σε ημερήσια βάση, η Paramount υπολογίζει την επιβάρυνση σε περίπου 7 εκατ. δολάρια.
Ένα ρολόι που μπορεί να γράψει $1,3 δισ.

Το πρόβλημα για την Paramount είναι ότι η δικαστική μάχη δεν προβλέπεται να τελειώσει γρήγορα. Η δίκη για την αντιμονοπωλιακή προσφυγή έχει οριστεί για τον Μάρτιο του 2027, ενώ η εταιρεία ήθελε αρχικά η υπόθεση να κριθεί πολύ νωρίτερα.
Αν το deal παραμείνει παγωμένο μέχρι τότε, η Paramount εκτιμά ότι μόνο οι μη ανακτήσιμες επιβαρύνσεις του ticking fee μπορούν να φτάσουν περίπου τα 1,3 δισ. δολάρια. Εάν η καθυστέρηση παραταθεί έως την 1η Ιουνίου 2027, οι σχετικές χρεώσεις θα μπορούσαν να ανέλθουν σε περίπου 1,7 δισ. δολάρια, ενώ η εταιρεία υπολογίζει επιπλέον χρηματοδοτικό κόστος περίπου 190 εκατ. δολαρίων.
Υπάρχει και ένα δεύτερο χρονόμετρο. Η έγκριση που έχει λάβει η συναλλαγή από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης λήγει τον Φεβρουάριο του 2027. Μια παρατεταμένη δικαστική διαδικασία μπορεί επομένως να δημιουργήσει όχι μόνο μεγαλύτερο οικονομικό κόστος, αλλά και πρόσθετες ρυθμιστικές περιπλοκές.
Η Paramount έχει ήδη εξασφαλίσει τις απαιτούμενες εγκρίσεις από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και δεκάδες διεθνείς δικαιοδοσίες. Το εμπόδιο που απομένει είναι πλέον η προσφυγή των Πολιτειών και η παράλληλη νομική αντίδραση της Writers Guild of America.
Οι 12 Πολιτείες βλέπουν έναν γίγαντα των media
Η αγωγή των Πολιτειών, με επικεφαλής την Καλιφόρνια, υποστηρίζει ότι η συγχώνευση θα μειώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό στην αμερικανική αγορά ψυχαγωγίας. Στο επίσημο δικόγραφο αναφέρεται ότι ο συνδυασμός Paramount και Warner θα ενώσει δύο από τους πέντε μεγαλύτερους διανομείς κινηματογραφικών ταινιών στις ΗΠΑ, αφήνοντας τέσσερις εταιρείες να ελέγχουν πάνω από το 85% των ταινιών ευρείας διανομής.
Οι ενάγοντες εστιάζουν επίσης στη συνδρομητική τηλεόραση. Σύμφωνα με την αγωγή, μετά τη συγχώνευση η νέα εταιρεία και η Disney θα ελέγχουν μαζί περίπου το 59% της αγοράς βασικών καλωδιακών καναλιών. Οι Πολιτείες θεωρούν ότι αυτή η συγκέντρωση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές και μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη για κινηματογράφους και διανομείς.
Για την Paramount, αντίθετα, η ένωση των δύο ομίλων θα δημιουργήσει έναν ισχυρότερο ανταγωνιστή απέναντι σε εταιρείες όπως το Netflix και η Disney. Η δικαστική σύγκρουση αφορά επομένως δύο εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας συγκέντρωσης: για τη μία πλευρά δημιουργείται μεγαλύτερος ανταγωνιστής απέναντι στους σημερινούς γίγαντες, για την άλλη εξαφανίζεται ακόμη ένας ανεξάρτητος παίκτης από μια ήδη συγκεντρωμένη αγορά.
«Το συμφωνήσατε μόνοι σας»

Η απαίτηση των 1,88 δισ. δολαρίων έχει προκαλέσει έντονη αντίδραση από την Καλιφόρνια. Ο γενικός εισαγγελέας Rob Bonta υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η Paramount προσπαθεί να μεταφέρει στους αντιπάλους της ένα οικονομικό ρίσκο που η ίδια επέλεξε να αναλάβει.
Το ticking fee δεν επιβλήθηκε από τις Πολιτείες. Ήταν μέρος της συμφωνίας που πρόσφερε η Paramount προκειμένου να κάνει την πρότασή της προς τους μετόχους της Warner περισσότερο ελκυστική. Ο Bonta χαρακτήρισε το αίτημα για την εγγύηση προσπάθεια εκφοβισμού και υποστήριξε ότι οι δύο εταιρείες γνώριζαν τους όρους και το ρίσκο όταν υπέγραψαν.
Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το δικαστήριο θα δεχθεί το αίτημα. Νομικοί εκτιμούν ότι η επιβολή εγγύησης τέτοιου μεγέθους σε Πολιτείες που ασκούν αντιμονοπωλιακή προσφυγή θα ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη. Η Paramount, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι χωρίς αυτήν μπορεί να μην έχει τρόπο να ανακτήσει τις ζημιές της αν κερδίσει τελικά την υπόθεση.
Η μάχη απέκτησε και κόστος χρόνου

Το νέο αίτημα δεν αλλάζει από μόνο του την ουσία της αντιμονοπωλιακής υπόθεσης. Αποκαλύπτει όμως πόσο ακριβή έχει γίνει πλέον η αναμονή. Η Paramount πήρε ένα τεράστιο οικονομικό ρίσκο για να κερδίσει τη Warner και τώρα χρησιμοποιεί ακριβώς αυτό το ρίσκο ως επιχείρημα για να επιταχύνει τη διαδικασία ή να απαιτήσει οικονομική προστασία από εκείνους που την καθυστερούν.
Από την 1η Οκτωβρίου, κάθε επιπλέον ημέρα μπορεί να προσθέτει περίπου 7 εκατ. δολάρια στον λογαριασμό. Αν η υπόθεση φτάσει πράγματι μέχρι τη δίκη του Μαρτίου χωρίς συμφωνία ή δικαστική ανατροπή, το χρονόμετρο θα έχει γράψει ποσό που μετριέται πλέον σε δισεκατομμύρια. Στο μεγαλύτερο deal του Hollywood, λοιπόν, δεν μετρά πλέον μόνο αν θα καταφέρει η Paramount να αποκτήσει τη Warner, μετρά και το πότε.

