Tο τέλος της πανίσχυρης «Αμερικανικής ομπρέλας»: Πώς η σύγκρουση με το Ιράν αλλάζει την εικόνα για τον κόσμο που ξέραμε

Η αμερικανική υπερεξάπλωση, το «μοιραίο» πλήγμα στο γόητρο των εξοπλισμών και ο εφιάλτης μιας παγκόσμιας οικονομικής ασφυξίας

Tο τέλος της πανίσχυρης «Αμερικανικής ομπρέλας»: Πώς η σύγκρουση με το Ιράν αλλάζει την εικόνα για τον κόσμο που ξέραμε

Για όσους παρακολουθούμε τις γεωπολιτικές εξελίξεις από την Ελλάδα, σε μια περιοχή που παραδοσιακά αποτελεί το σταυροδρόμι τριών ηπείρων, η ψυχρή ανάγνωση των γεγονότων είναι μονόδρομος. Όταν κορυφαίοι αναλυτές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπως και διεθνείς παρατηρητές, αρχίζουν να εκπέμπουν σήματα κινδύνου για την ίδια την αρχιτεκτονική της αμερικανικής ισχύος, οφείλουμε να διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές. Η πρόσφατη ανάλυση γύρω από την αμερικανο-ισραηλινή σύγκρουση με το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια ακαδημαϊκή συζήτηση. Αποτελεί την ακτινογραφία μιας επικείμενης παγκόσμιας τεκτονικής αλλαγής.

σχετικά άρθρα

Το αφήγημα της αδιαμφισβήτητης δυτικής στρατιωτικής υπεροχής, που χτίστηκε με τρισεκατομμύρια δολάρια από το 2001 μέχρι σήμερα, δοκιμάζεται πλέον σκληρά στο πεδίο. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται πια γύρω από το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα, αλλά γύρω από έναν σκληρό ρεαλισμό: την αποκάλυψη των ορίων της στρατιωτικής ισχύος μπροστά σε ασύμμετρες απειλές.

Το Τέλος του Μύθου της «Αδιαπέραστης Ασπίδας»

Επί δεκαετίες, το δόγμα ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών και των στενών συμμάχων τους βασιζόταν σε μια θεμελιώδη υπόσχεση: την τεχνολογική υπεροχή των αμυντικών τους συστημάτων. Συστήματα όπως το Iron Dome, το David’s Sling και το αμερικανικό THAAD θεωρούνταν τα απόλυτα, αδιαπέραστα δίχτυα ασφαλείας. Ωστόσο, η σύγκρουση με την Τεχεράνη έχει αποδομήσει, σύμφωνα με τους αναλυτές, αυτή την εικόνα.

Η ανάλυση που καταγράφεται από τα διεθνή κέντρα μελετών είναι ξεκάθαρη: η αντιπυραυλική ασπίδα υπέστη μια σχεδόν μοιραία κατάρρευση. Η ικανότητα του Ιράν —μιας χώρας απομονωμένης και κάτω από καθεστώς αυστηρών κυρώσεων επί δεκαετίες— να διαπεράσει τα πιο προηγμένα δυτικά συστήματα αεράμυνας μέσω συμμετρικού και ασύμμετρου πολέμου, αποτελεί σοκ. Δεν μιλάμε για μια υπερδύναμη που διέλυσε την αμερικανική άμυνα, αλλά για έναν περιφερειακό παίκτη που κινητοποίησε επαρκείς πόρους για να επιφέρει καίρια πλήγματα.

Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, όπως επισημαίνεται, υποτίμησαν τραγικά την πραγματική ισχύ και την εφευρετικότητα της ιρανικής στρατιωτικής μηχανής. Το γεγονός ότι η Αμερική καταγράφεται να «ξεμένει» από πυρομαχικά ή συστήματα αναχαίτισης, εκθέτει μια πρωτοφανή τρωτότητα. Αυτή η εξέλιξη έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί ρίγη ανησυχίας πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή.

Το Ενεργειακό Ντόμινο και ο Πανικός των Συμμάχων

Αν υπάρχει κάτι που τρομάζει περισσότερο από την αστοχία ενός οπλικού συστήματος, αυτό είναι η κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Στην Ασία και τον Κόλπο, κυβερνήσεις σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Σαουδική Αραβία παρακολουθούν τις εξελίξεις με κομμένη την ανάσα. Αυτά τα κράτη έχουν δομήσει ολόκληρη τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας πάνω στην πεποίθηση ότι η αμερικανική προστασία είναι απολύτως αξιόπιστη.

Οι αναλυτές θέτουν το σκληρό ερώτημα: Αν η ασπίδα δεν αντέχει, πάνω σε τι ακριβώς στηρίζονται πλέον αυτές οι χώρες; Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα βρίσκονται σε μια ασφυκτική γεωπολιτική μέγγενη. Εξαρτώνται ενεργειακά από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο σε ποσοστά που αγγίζουν το 90% με 95%. Οποιαδήποτε στρατιωτική τους εμπλοκή στο πλευρό των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν εγκυμονεί τον άμεσο κίνδυνο ενεργειακού στραγγαλισμού. Ήδη, παρατηρείται η απροθυμία παραδοσιακών συμμάχων να συνδράμουν στρατιωτικά στον Κόλπο. Η άρνηση συμμετοχής σε νηοπομπές στα Στενά του Ορμούζ είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η Δύση ανακαλύπτει ότι οι σύμμαχοί της δεν είναι διατεθειμένοι να αυτοκτονήσουν οικονομικά στο βωμό ενός αδιέξοδου πολέμου.

Ο Εσωτερικός Εγκλωβισμός της Ουάσιγκτον

Η εξωτερική πολιτική συχνά καθορίζεται από την εσωτερική πολιτική επιβίωση, και η Ουάσιγκτον δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο πολιτικός αντίκτυπος αυτής της σύγκρουσης στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι δυνητικά καταστροφικός. Οι καθυστερήσεις ή ακυρώσεις κρίσιμων διπλωματικών κινήσεων –όπως οι προγραμματισμένες επισκέψεις του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο για συναντήσεις με τον Σι Τζινπίνγκ– μαρτυρούν τον εγκλωβισμό του Λευκού Οίκου.

Η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειριστεί όχι απλώς ένα πολεμικό μέτωπο, αλλά τρεις παράλληλες, διογκούμενες κρίσεις: την ενεργειακή, την οικονομική και τη χρηματοπιστωτική. Ο πληθωρισμός και η εκτόξευση του κόστους ζωής από τις διαταραχές στην αγορά πετρελαίου αγγίζουν άμεσα τον μέσο Αμερικανό πολίτη – την υποθήκη του, τη σύνταξή του, το καθημερινό του καλάθι. Σύμφωνα με τους αναλυτές, εάν ο πόλεμος παραταθεί, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα κινδυνεύει σοβαρά να χάσει τον έλεγχο τόσο της Βουλής όσο και της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μετέτρεπε τον Πρόεδρο σε «κουτσή πάπια» (lame-duck), περιορίζοντας δραματικά τα περιθώρια ελιγμών του. Η θεωρία της αυτοκρατορικής υπερεξάπλωσης (overreach), την οποία ανέλυσε αριστοτεχνικά ο καθηγητής Πολ Κένεντι, φαίνεται να επιβεβαιώνεται με τον πιο επώδυνο τρόπο. Ο πόλεμος, αντί να λειτουργήσει ως εργαλείο ισχύος, κινδυνεύει να “αιμορραγήσει” τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εγκλήματα Πολέμου και Διεθνές Δίκαιο: Η Οπτική του ΟΗΕ

Σε επίπεδο διεθνούς νομιμότητας, η ρητορική σκληραίνει δραματικά. Η αναφορά του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος χαρακτήρισε τη στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν ως «πόλεμο επιθετικότητας» (war of aggression), αφαιρεί το όποιο νομιμοποιητικό πέπλο επιχείρησαν να βάλουν οι πρωτεργάτες της σύγκρουσης.

Όταν δεν υπάρχει μαντάτο από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η δράση αποτελεί παραβίαση του ίδιου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι ξένοι αναλυτές βάζουν στο τραπέζι εξαιρετικά βαριές κατηγορίες, περιγράφοντας πράξεις που υπερβαίνουν την απλή πολεμική σύρραξη και αγγίζουν τα όρια του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας.

Οι καταγγελίες για στοχευμένες μαζικές δολοφονίες πολιτικών, στρατιωτικών και θρησκευτικών ηγετών του Ιράν χαρακτηρίζονται ως κρατική τρομοκρατία. Ακόμη πιο σοκαριστικές είναι οι αναφορές σε βομβαρδισμούς μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως το Παλάτι των Καθρεπτών, που ερμηνεύονται ως προσπάθεια πολιτισμικής εκρίζωσης. Η δε πληροφορία για βομβαρδισμούς που στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες αμάχους –με τις αναφορές να κάνουν λόγο για τραγικό απολογισμό μεταξύ μαθητριών– αποτελεί ξεκάθαρο έγκλημα πολέμου. Ανεξάρτητα από το πού στέκεται κανείς ιδεολογικά, τέτοιες πρακτικές δεν μπορούν να μείνουν στο απυρόβλητο. Η διεθνής κοινότητα ζητά δικαιοσύνη, και το ηθικό πλεονέκτημα της Δύσης δέχεται ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα των τελευταίων δεκαετιών.

Η Επόμενη Μέρα: Ποιος Επιβάλλει τους Κανόνες;

Φτάνουμε ίσως στο πιο κρίσιμο, δομικό ερώτημα της ανάλυσης, ένα ερώτημα που αφορά άμεσα και την Ευρώπη και τη χώρα μας. Εάν η δύναμη που έγραψε τους κανόνες του μεταπολεμικού κόσμου είναι τώρα αυτή που τους παραβιάζει τόσο ανοιχτά, ποιος θα αναλάβει να τους επιβάλει στη συνέχεια;

Η απάντηση που δίνεται είναι ωμή, χωρίς διπλωματικές περιστροφές: ο ρόλος του παγκόσμιου “χωροφύλακα” αλλάζει χέρια. Έξω από την παραδοσιακή Δυτική σφαίρα επιρροής, σχηματίζονται ήδη νέοι συνασπισμοί. Νέα δικαστήρια, νέοι μηχανισμοί πίεσης και νέες οικονομικές συμμαχίες κερδίζουν έδαφος με ταχύτητα που η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες ίσως αδυνατούν να κατανοήσουν πλήρως.

Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώσαμε, όπου ένα συγκεκριμένο σύνολο κανόνων ίσχυε επειδή μια κυρίαρχη δύναμη είχε την ικανότητα να τους επιβάλλει, ανήκει πιθανότατα ήδη στο παρελθόν. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση, η αλαζονεία της ισχύος και η επιλογή των όπλων ως πρώτης και όχι έσχατης λύσης, δημιουργούν ένα στρατηγικό κενό. Και στην γεωπολιτική, τα κενά δεν μένουν ποτέ αγεφύρωτα. Για την Ελλάδα, η κατανόηση αυτού του νέου πολυπολικού κόσμου δεν είναι απλώς θέμα θεωρητικής ανάλυσης, αλλά ζήτημα εθνικής επιβίωσης και προσαρμογής στα νέα, σκληρά δεδομένα.