Τι συμβαίνει στο μυαλό του Ντόναλντ Τραμπ: Οι υπερβολή, οι θεατρικοί αυτοσχεδιασμοί και η τέχνη του πολιτικού σόου

Μια ανάλυση της ψυχολογίας, της γλώσσας και της πολιτικής ανόδου του Ντόναλντ Τραμπ - Πώς η υπερβολή, η φάρσα και η ενστικτώδης ευφυΐα κατέκτησαν τον Λευκό Οίκο

Τι συμβαίνει στο μυαλό του Ντόναλντ Τραμπ: Οι υπερβολή, οι θεατρικοί αυτοσχεδιασμοί και η τέχνη του πολιτικού σόου

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι, αν μη τι άλλο, ένας άνθρωπος που ξέρει να τραβάει την προσοχή. Από τις ημέρες που ήταν ένας τακτικός χαρακτήρας στις σελίδες του θρυλικού “Spy Magazine”, μέχρι την άνοδό του στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, η παρουσία του ήταν πάντα συνοδευόμενη από μια αίσθηση υπερβολής. Αυτή η υπερβολή, όπως αποκαλύπτει ο Kurt Andersen, συνιδρυτής του “Spy Magazine” και ένας από τους πιο οξυδερκείς παρατηρητές του φαινομένου Τραμπ, δεν είναι τυχαία. Είναι μέρος μιας καλοκουρδισμένης στρατηγικής που συνδυάζει το show business με την πολιτική.

σχετικά άρθρα

Ο Andersen, ο οποίος έχει μελετήσει τον Τραμπ για δεκαετίες, μας προσφέρει μια μοναδική ματιά στο μυαλό του feral αυτού ηγέτη. Η σύγκριση με τον P.T. Barnum, τον “μεγαλύτερο showman της Γης”, είναι αναπόφευκτη. Ο Μπάρνουμ, όπως και ο Τραμπ, ήταν ένας άνθρωπος που καταλάβαινε τη δύναμη της υπερβολής. Χρησιμοποιούσε τη γλώσσα με μαξιμαλιστικό τρόπο, μιλώντας για “το καλύτερο”, “το μεγαλύτερο”, “nobody’s ever seen before”. Αυτή η γλώσσα, όπως σημειώνει ο Andersen, δεν είναι απαραίτητα αληθινή, αλλά είναι αποτελεσματική. Οι πωλητές, όπως και οι ηθοποιοί, πρέπει να πιστεύουν στο προϊόν τους, έστω και για τη στιγμή της πώλησης. Και ο Τραμπ είναι, αν μη τι άλλο, ένας αποτελεσματικός πωλητής.

Η γλώσσα του Τραμπ είναι (ad-lib) αυτοσχεδιαστική

Η  αυτοσχεδιαστικήφύση των λόγων του, όπως σημειώνει ο Andersen, είναι ένα από τα πιο έξυπνα χαρακτηριστικά του. Έχει μια απίστευτη ικανότητα να αυτοσχεδιάζει το δρόμο του προς την προεδρία. Αυτή η ad-lib φύση, ωστόσο, είναι και ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Όπως έδειξε η περίπτωση με το Ιράν, όπου ο Τραμπ δήλωσε ότι διεξάγει διαπραγματεύσεις, μόνο και μόνο για να τον διαψεύσει το Ιράν, ο αυτοσχεδιασμός στην εξωτερική πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα.

Οι θεατρινισμοί του Τραμπ, όπως τους αποκαλεί ο Andersen, είναι ένα υποτιμημένο χαρακτηριστικό του. Αυτοί οι θεατρινισμοί, σε συνδυασμό με την αμερικανική αδυναμία στο να εξαπατηθεί,, έχει δημιουργήσει ένα “Fantasyland”, μια χώρα φαντασίας. Η αμερικανική θρησκευτική ιστορία, με την έμφαση στην “αλήθεια που νιώθει κανείς”, έχει παίξει ρόλο σε αυτό. Ο Andersen, στο βιβλίο του “Fantasyland”, αναλύει πώς η αμερικανική αδυναμία στο να εξαπατηθεί, σε συνδυασμό με την υπερβολή και το show business, έχει δημιουργήσει μια μια έξυπνη-απάτη προεδρία.

Η εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής σε show business, όπως σημειώνει ο Andersen, ξεκίνησε με τον JFK και κορυφώθηκε με τον Τραμπ. Ο Τραμπ, με την αυτοσχεδιαστική γλώσσα του, την υπερβολή του και το show business background του, είναι η κορύφωση αυτής της εξέλιξης. Η σχέση του με τους ευαγγελικούς χριστιανούς, οι οποίοι τον υποστηρίζουν παρά την “ιεροσυλία” του, είναι μια άλλη περίεργη ιστορία που δείχνει το “Hucksterism” στην Αμερική.

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή ρητορική της Ουάσιγκτον, τη διαρκή υπερβολή, το «μεγαλύτερο», το «καλύτερο που έχει δει ποτέ κανείς», πρέπει να κοιτάξει πίσω στον 19ο αιώνα. Πρέπει να κοιτάξει τον Π.Τ. Μπάρνουμ, τον άνθρωπο που έστησε “Το Μεγαλύτερο Θέαμα στον Κόσμο”.

Η Οφθαλμαπάτη ως Πολιτικό Εργαλείο

Ο Μπάρνουμ, ο «προπάτορας» της σημερινής πολιτικής επικοινωνίας των ΗΠΑ, είχε κατανοήσει κάτι θεμελιώδες για την αμερικανική ψυχοσύνθεση: το κοινό δεν ενδιαφέρεται απαραίτητα για την αλήθεια, αρκεί να συμμετέχει σε μια καλοστημένη φάρσα. Όταν παρουσίαζε μια γυναίκα ως την 161 ετών παραμάνα του Τζορτζ Ουάσινγκτον, οι θεατές μάλλον γνώριζαν ότι ήταν ψέμα. Όμως πλήρωναν πρόθυμα το εισιτήριο. Η συνενοχή στην απάτη (ή, όπως το έλεγε ο ίδιος, στο «έξυπνο humbug») ήταν το ίδιο το προϊόν. Το ζητούμενο δεν ήταν η εγκυρότητα, αλλά η προσοχή.

Σήμερα, βλέπουμε αυτήν ακριβώς τη μέθοδο να εφαρμόζεται στο Οβάλ Γραφείο. Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει με στόμφο πως διεξάγει σκληρές διαπραγματεύσεις με το Ιράν και ότι όλα πάνε περίφημα. Λίγες ώρες μετά, η Τεχεράνη τον διαψεύδει κατηγορηματικά. Η αντίδραση; Μια αμήχανη, αυτοσχεδιαστική υπόσχεση για τηλεφωνικές επαφές εντός της εβδομάδας. Ο εκπρόσωπος του ελεύθερου κόσμου συχνά μοιάζει να μην έχει ιδέα για το τι μιλάει, παρόλα αυτά πουλάει τη στιγμή με την πεποίθηση ενός ηθοποιού της Μεθόδου που έχει απορροφηθεί πλήρως από τον ρόλο του.

Άραγε, πιστεύει τα ίδια του τα λόγια; Όπως σημειώνει ο Andersen, οι πιο αποτελεσματικοί πωλητές –και οι πιο επιδέξιοι απατεώνες– πρέπει, έστω και για τη στιγμή της πώλησης, να πιστέψουν στο προϊόν τους. Όμως η βαθύτερη, κυνική αλήθεια είναι ότι ο πυρήνας αυτής της συμπεριφοράς βασίζεται στην πεποίθηση πως απέναντί του δεν υπάρχουν πολίτες με κριτική σκέψη, αλλά ένα κοινό έτοιμο να καταναλώσει το επόμενο επεισόδιο.

Ένας Αυτοσχεδιασμός με Πραγματικά Πυρά

Το πρόβλημα για τον υπόλοιπο πλανήτη –και φυσικά για περιοχές υψηλής γεωπολιτικής ευπάθειας όπως η δική μας– είναι ότι αυτό το τηλεοπτικό σόου δεν παίζεται με άσφαιρα. Η πεποίθηση ότι μπορείς να επιλύσεις δεκαετίες εντάσεων στη Μέση Ανατολή (αγνοώντας πλήρως την ιστορία της Περσικής Αυτοκρατορίας ή τα τραύματα του πολέμου Ιράν-Ιράκ τη δεκαετία του ’80) ρίχνοντας απλώς μερικές πανάκριβες βόμβες για να κάνεις τον αντίπαλο να “πει το δεσπότη παναγιώτη”, είναι ο ορισμός της επικίνδυνης άγνοιας.

Οδήγησαν τις ΗΠΑ σε συγκρούσεις κάνοντας ad-libbing, αυτοσχεδιάζοντας δηλαδή σε ζωντανή μετάδοση. Όπως ακριβώς ένας πρωταγωνιστής ριάλιτι που δοκιμάζει τα όρια της παραγωγής, πιέζοντας διαρκώς το ποτήρι προς την άκρη του τραπεζιού για να δει ποιος θα τον σταματήσει. Και το σοκαριστικό, στο πλαίσιο ενός συστήματος που βασίζεται περισσότερο σε άγραφους κανόνες παρά σε αυστηρούς νόμους, είναι ότι κανείς δεν τον σταματά.

Η Εξέλιξη της Πολιτικής σε Showbiz

Πώς, όμως, έφτασε η Αμερική σε αυτό το σημείο; Οι αναλυτές εξηγούν ότι η αποστροφή του κόσμου προς τους παραδοσιακούς, συχνά υποκριτές και “ξύλινους” πολιτικούς δημιούργησε ένα τεράστιο κενό αυθεντικότητας. Ο κόσμος βαριόταν. Και στην αμερικανική κουλτούρα –εκεί όπου η θρησκεία, η εστίαση και η ενημέρωση τείνουν να μετατρέπονται πάντα σε θεάματα– η πολιτική δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Από την εποχή που ο JFK κέρδισε τις εντυπώσεις στην τηλεόραση, περνώντας στον «αστέρα» Ρόναλντ Ρίγκαν και φτάνοντας στον Μπιλ Κλίντον που έπαιζε σαξόφωνο στο MTV συζητώντας για τα εσώρουχά του, η προεδρία σταδιακά μετατρεπόταν σε έναν κλάδο της βιομηχανίας του θεάματος. Η εμφάνιση ενός απόλυτα τηλεοπτικού προσώπου, βγαλμένου από τα σπλάχνα των ριάλιτι (όπως το The Apprentice του Μαρκ Μπέρνετ), δεν ήταν ατύχημα. Ήταν η φυσική κατάληξη.

Ο Τραμπ, από την εποχή που περιλαμβανόταν στους «πιο ντροπιαστικούς Νεοϋορκέζους» στο Spy Magazine του 1990, μέχρι την είσοδό του στον Λευκό Οίκο, δεν άλλαξε. Ήταν πάντα ο ίδιος: φωνακλάς, υπερβολικός, με την ίδια κοντόφθαλμη αντίληψη για τον κόσμο. Αυτό που άλλαξε ήταν η ίδια η Αμερική, η οποία βρέθηκε –βοηθούσης και της ανόδου του διαδικτύου και της κουλτούρας των συνωμοσιών– να αποζητά έναν «αρχιερέα» του θεάματος.

Οι “Πιστοί” και οι Καιροσκόποι

Αυτό το σόου, ωστόσο, δεν στήνεται από έναν μόνο άνθρωπο. Γύρω από τον πυρήνα αυτής της διοίκησης υπάρχει ένας θίασος από υποστηρικτές, οι οποίοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Από τη μία, οι φανατικοί πιστοί, αυτοί που εντάσσονται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια στο όραμα του αρχηγού. Από την άλλη –και ίσως οι πιο επικίνδυνοι– οι απόλυτοι κυνικοί καιροσκόποι.

Άνθρωποι που αντιλαμβάνονται πλήρως την παραφωνία, αλλά σπεύδουν να εξυπηρετήσουν το δικό τους πολιτικό αφήγημα (ή να εξασφαλίσουν μια θέση στο υπουργικό συμβούλιο) γνωρίζοντας ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα είχαν καμία ελπίδα ανέλιξης. Το καστ είναι γεμάτο από παράδοξες συμμαχίες, από υπερσυντηρητικούς αρνητές της επιστήμης μέχρι πρώην πολέμιους που ξαφνικά “είδαν το φως”. Όλοι τους συντηρούν τη μηχανή του θεάματος, αδιαφορώντας για τις ρωγμές που προκαλούνται στο θεσμικό οικοδόμημα.

Η Παγκόσμια Πραγματικότητα δεν είναι Τηλεόραση

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αγωνία όσων από εμάς παρακολουθούμε εκτός αμερικανικών συνόρων. Στην τηλεόραση, όταν μια σεζόν κουράζει, ο παραγωγός πρέπει να «πηδήξει τον καρχαρία» (jump the shark) – να εισαγάγει δηλαδή ένα ολοένα και πιο ακραίο, εξωφρενικό στοιχείο για να κρατήσει τα νούμερα τηλεθέασης.

Όταν όμως η σκηνή είναι ο πλανήτης και το διακύβευμα είναι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή, η σταθερότητα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων, ή ο χειρισμός χωρών που κατέχουν εμπλουτισμένο ουράνιο, το “jumping the shark” ισοδυναμεί με παιχνίδι με τη φωτιά. Και ενώ η εγχώρια αμερικανική βάση μπορεί να απολαμβάνει το θέαμα ενός ηγέτη που προκαλεί τους πάντες αδιαφορώντας για τις συνέπειες, ο υπόλοιπος κόσμος γνωρίζει καλά πως όταν πέσει η αυλαία αυτού του σόου, τα συντρίμμια θα είναι αληθινά.