Οι Ένοπλες Δυνάμεις του 2030 – Πώς F-35, νέες φρεγάτες, drones και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζουν την ελληνική αποτροπή
Η Πολεμική Αεροπορία περνά στην εποχή των F-35 και των περισσότερων από 100 Viper, το Πολεμικό Ναυτικό ανανεώνει τον στόλο του με FDI και FREMM και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιχειρεί να συνδέσει τα διαφορετικά μέσα σε μια νέα αμυντική αρχιτεκτονική
Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις που διαμορφώνονται για το τέλος της δεκαετίας θα είναι σημαντικά διαφορετικές από εκείνες που μπήκαν στη δεκαετία του 2020. F-35, περισσότερα από 100 F-16 Viper, Rafale, τέσσερις φρεγάτες FDI, οι πρώτες FREMM, εκσυγχρονισμένες ΜΕΚΟ, χιλιάδες drones και ένας νέος αντιαεροπορικός, αντιβαλλιστικός και anti-drone θόλος συνθέτουν σταδιακά τη νέα εικόνα.
Το βασικό στοιχείο, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό ή στις δυνατότητες των νέων οπλικών συστημάτων. Ο σχεδιασμός της «Ατζέντας 2030» επιχειρεί να περάσει από τη λογική της μεμονωμένης αγοράς ενός αεροσκάφους, ενός πλοίου ή ενός πυραυλικού συστήματος σε ένα μοντέλο στο οποίο διαφορετικές πλατφόρμες και αισθητήρες θα μπορούν να λειτουργούν ως τμήματα μιας ευρύτερης δικτυοκεντρικής αρχιτεκτονικής.
Στην καρδιά αυτής της αλλαγής βρίσκεται η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Στις 31 Αυγούστου 2026 υπεγράφη στο Τελ Αβίβ η διακρατική συμφωνία με την ισραηλινή πλευρά για την ανάπτυξη του αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και anti-drone θόλου, με ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Ο προϋπολογισμός του προγράμματος ανέρχεται σε 3,035 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών, με το ελληνικό μερίδιο να ξεπερνά το 25% και να φθάνει τα 750 εκατ. ευρώ.

Η φιλοσοφία πίσω από το πρόγραμμα είναι η δημιουργία πολλαπλών επιπέδων προστασίας απέναντι σε διαφορετικές απειλές: αεροσκάφη, μη επανδρωμένα συστήματα, πυραύλους και βαλλιστικούς πυραύλους. Το ΥΠΕΘΑ έχει συνδέσει ευθέως το πρόγραμμα με ένα ενοποιημένο Command & Control, το οποίο θα συγκεντρώνει πληροφορίες από διαφορετικούς αισθητήρες και μέσα.
Πρόκειται ουσιαστικά για τη μεγαλύτερη αλλαγή στη φιλοσοφία που συνοδεύει τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα: τα νέα μέσα δεν σχεδιάζεται να επιχειρούν ως απομονωμένες μονάδες αλλά ως τμήματα ενός κοινού δικτύου. Σύμφωνα με την περιγραφή του υπουργείου, σε αυτή την αρχιτεκτονική εντάσσονται πλοία, αεροσκάφη, χερσαία μέσα, αυτόνομα συστήματα, δορυφόροι και γενικότερα πλατφόρμες που διαθέτουν αισθητήρες.

F-35, Viper και Rafale αλλάζουν την εικόνα στον αέρα
Η μετάβαση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Πολεμική Αεροπορία. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει στην προμήθεια 20 F-35A, διατηρώντας δικαίωμα για την παραγγελία ακόμη 20 αεροσκαφών. Η αμερικανική έγκριση είχε δώσει τη δυνατότητα αγοράς έως 40 F-35, ωστόσο η ελληνική Επιστολή Αποδοχής αφορά την αρχική προμήθεια 20 μαχητικών.
Το πρώτο ελληνικό F-35 προβλέπεται να παραδοθεί το 2028 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το ΚΥΣΕΑ έχει ήδη αποφασίσει και για τις απαιτούμενες υποδομές για τα νέα αεροσκάφη.
Τα F-35 δεν θα έρθουν σε μια Πολεμική Αεροπορία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στα νέα μαχητικά πέμπτης γενιάς. Μέχρι τότε θα έχει προχωρήσει σημαντικά και η ομογενοποίηση του στόλου των F-16.
Τον Μάρτιο του 2026 το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την αναβάθμιση περίπου 40 F-16 Block 50 σε επίπεδο Viper. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, σύμφωνα με το ΥΠΕΘΑ, ο ελληνικός στόλος θα ξεπεράσει τα 100 F-16 Viper.
Δίπλα τους βρίσκονται τα 24 Rafale, τα οποία έχουν ήδη παραδοθεί στο σύνολό τους στην Ελλάδα. Η Dassault επιβεβαίωσε ότι με τις επτά παραδόσεις του 2024 ολοκληρώθηκε η παράδοση και των 24 ελληνικών αεροσκαφών.
Η εικόνα που προκύπτει για τα επόμενα χρόνια είναι επομένως ένας κορμός που θα αποτελείται από F-16 Viper, Rafale και F-35, με παράλληλη προσπάθεια περιορισμού της πολυτυπίας που χαρακτήριζε επί δεκαετίες την Πολεμική Αεροπορία. Το ίδιο το ΥΠΕΘΑ έχει επισημάνει ότι η ύπαρξη πολλών διαφορετικών τύπων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις και κόστος συντήρησης.
Αυτό που προσθέτουν τα F-35 στην εξίσωση δεν περιορίζεται στην απόκτηση ακόμη ενός σύγχρονου μαχητικού. Το υπουργείο περιγράφει τα αεροσκάφη ως πλατφόρμες που εντάσσονται στη νέα αρχιτεκτονική των Ενόπλων Δυνάμεων, σε συνδυασμό με τις νέες υποδομές που δημιουργούνται στην Ανδραβίδα για την επιχειρησιακή ένταξή τους.
Από τις FDI στις FREMM – Ο νέος στόλος του Πολεμικού Ναυτικού
Εξίσου μεγάλη είναι η αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη θάλασσα.
Η πρώτη ελληνική FDI, η φρεγάτα «Κίμων», έχει ήδη ενταχθεί στο Πολεμικό Ναυτικό. Η παράδοσή της πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και η επίσημη τελετή υποδοχής της στην Ελλάδα έγινε στις 15 Ιανουαρίου 2026.

Η Ελλάδα έχει πλέον παραγγείλει συνολικά τέσσερις FDI. Η σύμβαση για την τέταρτη φρεγάτα υπεγράφη τον Νοέμβριο του 2025, μετατρέποντας σε παραγγελία την προαίρεση που υπήρχε στο αρχικό πρόγραμμα. Η τέταρτη FDI προβλέπεται να παραδοθεί τρία χρόνια μετά την παράδοση του «Κίμωνα», δηλαδή το 2028.
Οι FDI διαθέτουν δυνατότητες αντιαεροπορικού, ανθυποβρυχιακού και αντιπλοϊκού πολέμου και εξοπλίζονται, μεταξύ άλλων, με ραντάρ Sea Fire, πυραύλους Aster και Exocet MM40 B3C, RAM και τορπίλες MU90.
Ταυτόχρονα όμως το Πολεμικό Ναυτικό ανοίγει και δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο με τις ιταλικές FREMM κλάσης Bergamini.
Τον Σεπτέμβριο του 2026 ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα απόκτησης των δύο πρώτων ιταλικών FREMM. Με βάση το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, η Carlo Bergamini προβλέπεται να μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2028 και η Virginio Fasan μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2029. Η συμφωνία προβλέπει επίσης ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, με ελληνικά ναυπηγεία να εμπλέκονται στη συντήρηση και στην προσαρμογή νέων συστημάτων στα πλοία.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Το ΥΠΕΘΑ έχει παρουσιάσει ως σχεδιασμό μεγάλων μονάδων επιφανείας έναν στόλο με τέσσερις FDI, τέσσερις Bergamini και τέσσερις εκσυγχρονισμένες ΜΕΚΟ. Ωστόσο, στην περίπτωση των Bergamini η συμφωνία που έχει ενεργοποιηθεί αφορά σήμερα τις δύο πρώτες φρεγάτες, με δυνατότητα απόκτησης επιπλέον πλοίων στο μέλλον.
Παράλληλα έχει ληφθεί απόφαση για τον εκσυγχρονισμό των τεσσάρων ΜΕΚΟ, ώστε οι υφιστάμενες μονάδες να παραμείνουν επιχειρησιακά αξιοποιήσιμες μέσα στη νέα δομή του Στόλου.
Έτσι, μέσα στα επόμενα χρόνια το Πολεμικό Ναυτικό περνά από έναν στόλο στον οποίο το μεγαλύτερο μέρος των φρεγατών προερχόταν από προηγούμενες δεκαετίες σε έναν συνδυασμό νέων FDI, ιταλικών FREMM και αναβαθμισμένων ΜΕΚΟ.
Την ίδια στιγμή, η νέα αρχιτεκτονική δεν σταματά στα μεγάλα και ακριβά οπλικά συστήματα.
Τα drones αποκτούν πλέον πολύ μεγαλύτερο βάρος στον ελληνικό σχεδιασμό. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο Νίκος Δένδιας ανακοίνωσε ότι τα στρατιωτικά εργοστάσια είχαν φθάσει σε δυνατότητα παραγωγής περίπου 5.000 drones τον χρόνο, ενώ με την ολοκλήρωση του 309 Εργοστασίου ο στόχος είναι η παραγωγική δυνατότητα να φθάσει τα 15.000 ετησίως.
Η διαφορά είναι μεγάλη σε σχέση με την εικόνα που παρουσίασε το ίδιο το υπουργείο για το τέλος του 2023, όταν οι Ένοπλες Δυνάμεις διέθεταν δύο HERON κατηγορίας III και 252 drones βιομηχανικής παραγωγής.
Παράλληλα αναπτύσσονται ελληνικά συστήματα όπως ο «Κένταυρος», ο «Υπερίων», ο «Τηλέμαχος» και ο «Τεύκρος», στο πλαίσιο της προσπάθειας να αυξηθεί η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικής τεχνολογίας.
Το δεύτερο σκέλος αυτής της προσπάθειας αφορά ακριβώς την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030» το ΥΠΕΘΑ έχει θέσει ως στόχο συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» το ποσοστό αυτό έχει ήδη ενσωματωθεί στη συμφωνία, με ελληνική συμμετοχή ύψους 750 εκατ. ευρώ.
Όλα αυτά δεν θα ολοκληρωθούν ταυτόχρονα. Το 2030 λειτουργεί περισσότερο ως ορίζοντας της μετάβασης παρά ως μία συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία όλα τα προγράμματα θα έχουν ολοκληρωθεί. Ήδη ο «Κίμων» βρίσκεται στον Στόλο και τα 24 Rafale έχουν παραδοθεί, ενώ οι FREMM αναμένονται το 2028 και το 2029 και τα πρώτα F-35 μπαίνουν επίσης στην εξίσωση από το 2028, αρχικά στις ΗΠΑ.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο του σχεδιασμού βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να συνδεθούν όλα αυτά μεταξύ τους. Το F-35, η FDI, τα F-16 Viper, τα Rafale, οι FREMM, τα drones ή ένα αντιαεροπορικό σύστημα δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως ξεχωριστές προσθήκες στο οπλοστάσιο.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η «Ατζέντα 2030» επιχειρούν να δημιουργήσουν την υποδομή ώστε οι πληροφορίες από διαφορετικούς αισθητήρες και πλατφόρμες να συγκεντρώνονται, να αξιολογούνται και να μετατρέπονται ταχύτερα σε επιχειρησιακή απόφαση μέσω ενός ενιαίου συστήματος διοίκησης και ελέγχου.
Αυτό είναι και το βασικό στοίχημα μέχρι το τέλος της δεκαετίας: όχι μόνο η παραλαβή νέων και ισχυρότερων οπλικών συστημάτων, αλλά η μετατροπή τους σε ένα ενιαίο και διασυνδεδεμένο σύστημα αποτροπής.
