Στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, το πιο επικίνδυνο λάθος δεν είναι η υπερεκτίμηση του αντιπάλου, αλλά η υποτίμησή του. Στην περίπτωση του Ιράν, η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της φαίνεται να διαπράττουν ακριβώς αυτό το σφάλμα, παρασυρμένοι από μια αλυσίδα λανθασμένων εκτιμήσεων και «ροζ σεναρίων» που θυμίζουν επικίνδυνα τις παραμονές μεγάλων ιστορικών καταστροφών. Η ανάλυση του συνταγματάρχη Ντάγκλας ΜακΓκρέγκορ έρχεται να ρίξει φως στα σκοτεινά σημεία μιας σύγκρουσης που, αν ξεσπάσει, απειλεί να μεταβάλει οριστικά τον χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Η μεγάλη πλάνη των μυστικών υπηρεσιών
Όλα ξεκινούν από μια θεμελιώδη παρανόηση της εσωτερικής κατάστασης στο Ιράν. Πριν από μερικές εβδομάδες, η τριάδα των μυστικών υπηρεσιών της Δύσης (Μοσάντ, CIA, MI6) «πούλησε» στον Λευκό Οίκο το αφήγημα ότι το καθεστώς της Τεχεράνης βρισκόταν υπό κατάρρευση. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν στη χώρα ερμηνεύτηκαν –εσκεμμένα ή μη– ως προάγγελος πολιτικής ανατροπής. Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν διαφορετική. Οι διαμαρτυρίες αφορούσαν την οικονομική δυσπραγία και την υποτίμηση του νομίσματος, φαινόμενα για τα οποία η δυτική πίεση φέρει μερίδιο ευθύνης, αλλά δεν συνιστούσαν επανάσταση αλλαγής καθεστώτος. Η προσπάθεια εξωτερικών παραγόντων να μετατρέψουν αυτή την κοινωνική δυσαρέσκεια σε ένοπλη εξέγερση, μέσω της εισαγωγής εξοπλισμού (όπως τα τερματικά Starlight) και πρακτόρων, προσέκρουσε στην αποτελεσματικότητα της ιρανικής αντικατασκοπείας, η οποία λειτούργησε με την κρίσιμη συνδρομή της Μόσχας και του Πεκίνου. Το αποτέλεσμα; Η «εύκολη νίκη» που υποσχέθηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ αποδείχθηκε χίμαιρα.
Διπλωματία ως προκάλυμμα πολέμου
Με το σχέδιο της «εσωτερικής κατάρρευσης» να αποτυγχάνει, η Ουάσιγκτον στρέφεται τώρα στη στρατιωτική λύση. Ωστόσο, υπάρχει ένα πρακτικό πρόβλημα: η έλλειψη επαρκούς ισχύος στην περιοχή. Οι τρέχουσες διπλωματικές συνομιλίες, σύμφωνα με τον ΜακΓκρέγκορ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια θεατρική παράσταση με στόχο την εξοικονόμηση χρόνου. Χρόνος που απαιτείται για να φτάσουν τα αεροπλανοφόρα στη Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό και να προετοιμαστεί η αεροπορική εκστρατεία. Η Τεχεράνη δεν τρέφει αυταπάτες. Γνωρίζει, μέσω των διαύλων της με τη Ρωσία και την Κίνα, ότι οι απαιτήσεις της Δύσης –όπως η αποσυναρμολόγηση του πυραυλικού της οπλοστασίου και η διακοπή στήριξης των περιφερειακών της συμμάχων– ισοδυναμούν με συνθηκολόγηση άνευ όρων. Επομένως, οι συνομιλίες είναι νεκρές πριν καν αρχίσουν.
Ο στόχος: Η διάλυση του έθνους-κράτους
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ανάλυσης είναι ο τελικός στόχος της επικείμενης επίθεσης. Δεν μιλάμε πλέον απλώς για «αλλαγή καθεστώτος», αλλά για την πλήρη καταστροφή και τον κατακερματισμό του ιρανικού έθνους-κράτους. Η στρατηγική αυτή στοχεύει στη διάσπαση μιας χώρας 93 εκατομμυρίων κατοίκων, με έκταση ίση με τη Δυτική Ευρώπη, σε μικρότερα, ελεγχόμενα κρατίδια. Εδώ όμως ελλοχεύει η ύβρις της δύναμης. Η πεποίθηση ότι μπορείς να βομβαρδίσεις έναν λαό με τέτοια ιστορία και μέγεθος μέχρι υποταγής, χωρίς να υπολογίζεις την αντίδραση, είναι επικίνδυνη. Το Ιράν δεν είναι Ιράκ, ούτε Λιβύη. Ο πληθυσμός, παρά τα εσωτερικά του προβλήματα, είναι πιθανό να συσπειρωθεί απέναντι σε μια εξωτερική απειλή που στοχεύει την ύπαρξη της πατρίδας τους και όχι απλώς την κυβέρνησή τους.
Η «ασπίδα» της Ευρασίας
Το Ιράν δεν είναι μόνο. Η Κίνα και η Ρωσία έχουν καταστήσει σαφές, μέσω πράξεων και όχι μόνο λόγων, ότι δεν θα επιτρέψουν την πτώση της Τεχεράνης. Για το Πεκίνο και τη Μόσχα, το Ιράν αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό εταίρο. Η υποστήριξή τους έχει ήδη λάβει υλική μορφή: προηγμένα συστήματα αεράμυνας, τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και, το κυριότερο, πρόσβαση σε δορυφορικά δεδομένα πραγματικού χρόνου. Αυτό αλλάζει δραματικά την εξίσωση του πολέμου. Οι Ιρανοί δεν είναι τυφλοί. Γνωρίζουν πού βρίσκονται τα αμερικανικά πλοία και οι βάσεις. Διαθέτουν πυραύλους ακριβείας (όπως τα κινεζικά μοντέλα DF-21/23) σχεδιασμένους να πλήττουν ναυτικούς στόχους. Η αμερικανική αεροπορία θα κληθεί να επιχειρήσει σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά εχθρικό, όπου η τεχνολογία stealth (αόρατα αεροσκάφη) προσφέρει καθυστέρηση εντοπισμού αλλά όχι αορατότητα. Επιπλέον, τα αποθέματα πυραύλων της Δύσης δεν είναι ανεξάντλητα. Μια σύγκρουση υψηλής έντασης θα μπορούσε να εξαντλήσει τα κρίσιμα πυρομαχικά μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, αφήνοντας τις αμερικανικές δυνάμεις εκτεθειμένες.
Ο τουρκικός εφιάλτης και η αλλαγή στρατοπέδου
Σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα προστίθεται ο παράγοντας Τουρκία. Η Άγκυρα παρακολουθεί τις εξελίξεις με τρόμο. Όχι από αγάπη για το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, αλλά από καθαρό ένστικτο αυτοσυντήρησης. Η διάλυση του Ιράν θα προκαλούσε ένα προσφυγικό κύμα βιβλικών διαστάσεων –εκατομμύρια ανθρώπων θα κατέκλυζαν την Τουρκία στον δρόμο τους προς την Ευρώπη. Επιπλέον, η τουρκική κοινωνία βράζει από οργή για τα τεκταινόμενα στη Γάζα. Το αντι-ισραηλινό αίσθημα είναι διάχυτο και η ηγεσία της χώρας αντιλαμβάνεται ότι η πτώση του Ιράν θα άφηνε την Τουρκία μόνη στην περιοχή απέναντι σε ένα ισχυρό Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η στροφή της Τουρκίας προς την Ευρασία δεν είναι ιδεολογική, είναι υπαρξιακή. Μια άτυπη συμμαχία Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Τουρκίας αρχίζει να διαφαίνεται στον ορίζοντα, με κοινό παρονομαστή την ανάσχεση της αμερικανικής επιθετικότητας.
Η παγίδα του Τραμπ
Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται ο Αμερικανός Πρόεδρος. Ο Ντόναλντ Τραμπ, παρά τη ρητορική του και την πιθανή προσωπική του απροθυμία για έναν νέο πόλεμο, εμφανίζεται δέσμιος των επιλογών του και των χορηγών του. Το σύστημα διακυβέρνησης στην Ουάσιγκτον, όπως περιγράφεται, λειτουργεί με τη λογική του «paytoplay». Ισχυρά λόμπι και οικονομικά συμφέροντα καθορίζουν την ατζέντα, ωθώντας τις ΗΠΑ σε συγκρούσεις που δεν εξυπηρετούν απαραίτητα το εθνικό τους συμφέρον. Ο Τραμπ ίσως πίστεψε ότι μια απειλή βίας θα ήταν αρκετή για να φέρει το Ιράν στο τραπέζι. Υποτίμησε όμως το γεγονός ότι για την Τεχεράνη, αυτός είναι ένας πόλεμος επιβίωσης. Δεν υπάρχει περιθώριο υποχώρησης όταν ο αντίπαλος επιδιώκει την εξόντωσή σου.
Η ψευδαίσθηση του ελέγχου της κλιμάκωσης
Το πιο τρομακτικό συμπέρασμα είναι η κατάρρευση της θεωρίας περί «ελέγχου της κλιμάκωσης» (escalationcontrol). Η Δύση πιστεύει ότι μπορεί να ανοίξει και να κλείσει τη στρόφιγγα του πολέμου κατά το δοκούν. Να χτυπήσει, να καταστρέψει και μετά να διαπραγματευτεί. Αυτή είναι μια θανάσιμη πλάνη. Μόλις πέσει ο πρώτος πύραυλος, η δυναμική του πολέμου θα αναλάβει τα ηνία. Το Ιράν θα απαντήσει με ό,τι διαθέτει, η Κίνα και η Ρωσία θα παρέμβουν (πιθανώς στη θάλασσα ή στον κυβερνοχώρο) και η περιοχή θα μετατραπεί σε κόλαση. Δεν υπάρχει κουμπί «παύσης» σε έναν υπαρξιακό πόλεμο. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια «τέλεια καταιγίδα». Μια υπερδύναμη που υπερεκτιμά τις δυνατότητές της, βασισμένη σε ελαττωματικές πληροφορίες, απέναντι σε ένα περιφερειακό μπλοκ που έχει προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει σύγκρουση, αλλά πόσο μακριά θα φτάσουν οι φλόγες της όταν ξεσπάσει. Και δυστυχώς, στην Ουάσινγκτον φαίνεται να λείπουν οι πυροσβεστήρες.


