Το μεγάλο ψέμα της λιτότητας: Γιατί το δημόσιο έλλειμμα είναι απαραίτητο για την ιδιωτική ευημερία
Ο καθηγητής Steve Keen αποδομεί τις νεοφιλελεύθερες αυταπάτες των σχολικών εγχειριδίων και αποδεικνύει πώς η κρατική ελλειμματική αναδιανομή αποτελεί το μοναδικό καύσιμο για την πραγματική ανάπτυξη
Η κυρίαρχη οικονομική σκέψη των τελευταίων δεκαετιών έχει καταφέρει να επιβάλει ένα από τα μεγαλύτερα ιδεολογικά παράδοξα της σύγχρονης ιστορίας: την πεποίθηση ότι ένα υπεύθυνο κράτος πρέπει να λειτουργεί όπως ένας οικογενειακός προϋπολογισμός, επιδιώκοντας ισοσκελισμένα ισοζύγια ή πλεονάσματα. Αυτή η συμβατική σοφία, η οποία μεταφράζεται πολιτικά σε αέναες πολιτικές λιτότητας, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του νεοφιλελευθερισμού.
Ωστόσο, η πραγματικότητα της νομισματικής κυκλοφορίας είναι τελείως διαφορετική. Όπως εξηγεί ο αιρετικός καθηγητής Steve Keen, τα οικονομικά εγχειρίδια που διδάσκονται στα πανεπιστήμια παγκοσμίως δεν περιγράφουν τον πραγματικό κόσμο, αλλά αναπαράγουν επικίνδυνες λογιστικές πλάνες. Η δογματική εμμονή στη μείωση του δημόσιου χρέους όχι μόνο δεν φέρνει την υποσχόμενη ευημερία, αλλά οδηγεί μαθηματικά σε οικονομική δυστοπία, περιορίζοντας την ανάπτυξη και στραγγαλίζοντας τον ιδιωτικό τομέα.
Η αποτυχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η επικράτηση των νεοκλασικών οικονομικών υποσχέθηκε μια ελεύθερη αγορά που θα αυτορρυθμιζόταν προς όφελος όλων. Η πολιτική εφαρμογή αυτού του δόγματος από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και τη Μάργκαρετ Θάτσερ στη Βρετανία υποστήριξε ότι η δημοσιονομική πειθαρχία θα απελευθέρωνε παραγωγικές δυνάμεις. Τα ιστορικά δεδομένα, όμως, διαψεύδουν παταγωδώς αυτές τις διακηρύξεις.
Πριν από την έλευση του Ρέιγκαν, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις ΗΠΑ ήταν περίπου 2,5%, ενώ στη συνέχεια υποχώρησε στο 1,7%. Αντίστοιχα, στη Μεγάλη Βρετανία, η ανάπτυξη υποχώρησε από το 2,4% στο 1,75% μετά την περίοδο Θάτσερ. Αυτή η φαινομενικά μικρή απώλεια έχει συσσωρεύσει μια τεράστια υστέρηση: το σημερινό κατά κεφαλήν εισόδημα στον δυτικό κόσμο είναι σχεδόν 40% χαμηλότερο από εκείνο που θα είχε επιτευχθεί αν είχαν διατηρηθεί οι προγενέστερες, κεϋνσιανές πολιτικές.
Το ψευδές μοντέλο της τραπεζικής διαμεσολάβησης
Πού οφείλεται αυτή η αποτυχία; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι χρησιμοποιούν ως βασικό εργαλείο το απλοϊκό διάγραμμα προσφοράς και ζήτησης για να ερμηνεύσουν το χρήμα, αγνοώντας τους κανόνες της διπλογραφικής λογιστικής. Στα πανεπιστημιακά συγγράμματα, οι τράπεζες παρουσιάζονται ως απλοί διάμεσοι (intermediaries), οι οποίοι συγκεντρώνουν τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και τις δανείζουν σε επενδυτές.
Αυτή η παραδοχή είναι πλήρως εσφαλμένη. Ήδη από το 2014, η ίδια η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) δικαίωσε τους ετερόδοξους οικονομολόγους, εκδίδοντας μια ιστορική μελέτη που επιβεβαιώνει ότι οι τράπεζες δεν δανείζουν υφιστάμενες αποταμιεύσεις. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία είναι αντίστροφη: τα δάνεια δημιουργούν καταθέσεις. Κάθε φορά που μια τράπεζα εγκρίνει ένα δάνειο, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα περιουσιακό στοιχείο (το δάνειο) και μια υποχρέωση (την κατάθεση) στον ισολογισμό της. Νέο χρήμα γεννιέται από το μηδέν, επεκτείνοντας τη συνολική αγοραστική δύναμη της οικονομίας.
Η αυταπάτη του «εκτοπισμού» του ιδιωτικού τομέα
Η λανθασμένη θεωρία των «διαθέσιμων προς δανεισμό κεφαλαίων» (loanable funds) οδηγεί τους πολιτικούς στο συμπέρασμα ότι όταν το κράτος δανείζεται για να καλύψει τα ελλείμματά του, απορροφά τις εγχώριες αποταμιεύσεις. Αυτό, υποτίθεται, αυξάνει τα επιτόκια και εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις (crowding out). Πρόκειται για έναν απόλυτο μύθο.
Στην πραγματική οικονομία, οι κρατικές δαπάνες διοχετεύουν ρευστότητα απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των ιδιωτών και των επιχειρήσεων. Το δημόσιο έλλειμμα παράγει νέο χρήμα, αυξάνοντας τις καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα. Οι δημοπρασίες κρατικών ομολόγων δεν αφαιρούν χρήματα από την οικονομία· απλώς επιτρέπουν στις εμπορικές τράπεζες να ανταλλάξουν τα μη εμπορεύσιμα αποθεματικά τους στην κεντρική τράπεζα με έντοκα, διαπραγματεύσιμα κρατικά ομόλογα. Συνεπώς, τα ελλείμματα δεν εκτοπίζουν, αλλά προσελκύουν και διευκολύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις, ενισχύοντας την εταιρική κερδοφορία.
Το μοντέλο της τραμπάλας και οι ισολογισμοί
Για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί το μακροοικονομικό σύστημα, πρέπει να αντικαταστήσουμε τα διαγράμματα προσφοράς και ζήτησης με την εικόνα μιας τραμπάλας. Εφόσον το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ενός ατόμου αποτελεί υποχρέωση κάποιου άλλου, το άθροισμα όλων των καθαρών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων σε μια κλειστή οικονομία είναι μηδενικό.
Για να βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας (νοικοκυριά και επιχειρήσεις) σε θετική καθαρή θέση, δηλαδή να συσσωρεύει πλεονάσματα και αποταμιεύσεις, πρέπει αναγκαστικά κάποιος άλλος να βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της τραμπάλας. Αυτός ο άλλος είναι το κράτος. Η αρνητική καθαρή θέση του δημοσίου είναι ο καθρέφτης της πλεονασματικής θέσης των πολιτών του. Όταν μια κυβέρνηση επιτυγχάνει δημοσιονομικό πλεόνασμα, ουσιαστικά καταστρέφει χρήμα από τον ιδιωτικό τομέα, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να στραφούν στον υπερβολικό ιδιωτικό δανεισμό για να διατηρήσουν τη δραστηριότητά τους.
Ο κίνδυνος του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου χρέους
Η συμβατική οικονομική θεωρία τρομοκρατεί το κοινό με την έκρηξη του δημόσιου χρέους, την ίδια στιγμή που εθελοτυφλεί μπροστά στη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες οικονομικές κρίσεις, όπως το κραχ του 1929 ή η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, δεν προκλήθηκαν από κρατικά ελλείμματα. Αντίθετα, προκλήθηκαν από τη δημιουργία κερδοσκοπικών «φουσκών» στις αγορές ακινήτων και μετοχών, τροφοδοτούμενων από ανεξέλεγκτο ιδιωτικό τραπεζικό δανεισμό.
Όταν ο ιδιωτικός τομέας συνειδητοποιεί ότι έχει υπερχρεωθεί, σταματά να δανείζεται και προσπαθεί να αποπληρώσει τα χρέη του, προκαλώντας αποπληθωρισμό και βαθιά ύφεση. Σε αυτή την κρίσιμη φάση, τα δημόσια ελλείμματα λειτουργούν ως σταθεροποιητής. Το κράτος παρεμβαίνει, αυξάνει τις δαπάνες του και αναπληρώνει τη χαμένη αγοραστική δύναμη, αποτρέποντας την πλήρη κατάρρευση του συστήματος. Η εμφάνιση μεγάλων ελλειμμάτων μετά από μια κρίση είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της οικονομικής στενότητας.
Το παράδειγμα της Κίνας και η εναλλακτική στρατηγική
Η δογματική προσκόλληση των δυτικών κυβερνήσεων στις υποδείξεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για διαρκή πλεονάσματα έχει οδηγήσει την Ευρώπη και τις ΗΠΑ σε παρατεταμένη στασιμότητα. Στον αντίποδα, η Κίνα, αγνοώντας τις νεοκλασικές συνταγές, εφάρμοσε μια επιθετική στρατηγική κρατικής χρηματοδότησης. Με μέσο ετήσιο δημόσιο έλλειμμα κοντά στο 5,5% του ΑΕΠ, η ασιατική υπερδύναμη πέτυχε έναν εντυπωσιακό μετασχηματισμό.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια, ο μέσος ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Κίνα αγγίζει το 8,5%, επιτρέποντας τον διπλασιασμό του πλούτου της ανά οκτώ έτη. Την ίδια περίοδο, οι δυτικές οικονομίες αναπτύσσονται με μόλις 1,5%, απαιτώντας 45 χρόνια για τον ίδιο σκοπό. Το Πεκίνο κατανόησε έγκαιρα τον ορθό διαχωρισμό δημόσιου και ιδιωτικού τομέα: το κράτος αναλαμβάνει τις μακροπρόθεσμες υποδομές, την υγεία και την παιδεία —τομείς όπου το ιδιωτικό κεφάλαιο αδυνατεί να επενδύσει λόγω χαμηλών άμεσων κερδών— αφήνοντας τον ιδιωτικό τομέα να καινοτομεί στην άμεση παραγωγή.
Η ανάγκη για μια νέα οικονομική θεωρία
Η διαπίστωση ότι ένα κράτος που εκδίδει το δικό του νόμισμα δεν μπορεί ποτέ να χρεοкоπήσει ανατρέπει πλήρως το αφήγημα των αγορών. Η περίπτωση της Ιαπωνίας, με δημόσιο χρέος που ξεπερνά το 250% του ΑΕΠ χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας, επιβεβαιώνει τη θεωρία. Αν οι κεντρικές τράπεζες σταματήσουν να λειτουργούν με βάση τις νεοκλασικές ιδεοληψίες, μπορούν ανά πάσα στιγμή να αγοράσουν το σύνολο του κρατικού χρέους, μετατρέποντάς το σε αποθεματικά και απαλλάσσοντας τις κυβερνήσεις από το άγχος των επιτοκίων.
Η έξοδος από την παγίδα της πολυετούς οικονομικής στασιμότητας απαιτεί τη ριζική απόρριψη των παλαιών δογμάτων. Τα δυναμικά νομισματικά μοντέλα, όπως αυτά που αναπτύσσονται μέσω σύγχρονων λογισμικών προσομοίωσης, αποδεικνύουν ότι τα κρατικά ελλείμματα σταθεροποιούν μακροοικονομικά το σύστημα. Είναι καιρός οι πολιτικές ηγεσίες να αντιληφθούν ότι η δημοσιονομική ευθύνη δεν μετριέται με λογιστικά πλεονάσματα που φτωχοποιούν την κοινωνία, αλλά με την ικανότητα παραγωγής του απαραίτητου χρήματος για τη χρηματοδότηση της πλήρους απασχόλησης, των δημόσιων υποδομών και της συλλογικής ευημερίας.