MAGA κοψοχέρηδες μετά από έναν χρόνο – Πώς είναι δυνατόν πάνω από 70 εκατομμύρια αμερικανοί να έχουν ψήφισει τον Τραμπ
Μια ανάλυση για τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν δεκάδες εκατομμύρια ψηφοφόρους στα άκρα, ο στρατηγικός ρόλος της ιδεολογικής υπονόμευσης και η τεχνητή νοημοσύνη ως το νέο μονοπάτι για την αναγέννηση της συμμετοχικής δημοκρατίας
Πώς ακριβώς καταλήξαμε στο σημείο όπου περισσότερα από 70 εκατομμύρια άνθρωποι επέλεξαν να στηρίξουν τον Ντόναλντ Τραμπ; Το ερώτημα αυτό παραμένει ο κεντρικός άξονας συζήτησης στα παγκόσμια γεωπολιτικά και αναλυτικά φόρα, προκαλώντας βαθιά ρήγματα στον κοινωνικό ιστό. Δεν είναι λίγες οι αναφορές για οικογένειες που διχάστηκαν, για ανθρώπους που αποξενώθηκαν από τους στενότερους συγγενείς τους λόγω αυτής της πολιτικής επιλογής και για την πρωτοφανή κοινωνική αποξένωση που ακολούθησε.
Για να κατανοήσουμε την αρχιτεκτονική αυτής της πολιτικής επικράτησης, οφείλουμε να απομακρυνθούμε από τις επιφανειακές αναγνώσεις και να εστιάσουμε στις δομικές ανασφάλειες που διαβρώνουν τη σύγχρονη κοινωνία. Στον πυρήνα αυτού του φαινομένου βρίσκεται μια θεμελιώδης, υπαρξιακή ανασφάλεια, η οποία εκδηλώνεται μέσα από δύο βασικούς πυλώνες την ώρα της κάλπης: την οικονομική και την πολιτισμική αβεβαιότητα.

Η οικονομική ανασφάλεια ως παγκόσμιος καταλύτης
Η πρώτη και πιο άμεσα αντιληπτή διάσταση είναι η οικονομική ανασφάλεια. Αποτελεί την απολύτως φυσιολογική αντίδραση στο πρωτοφανές οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η πανδημία ήταν μια υγειονομική κρίση που όμοιά της δεν είχαμε βιώσει. Για να αποτραπεί η πλήρης κατάρρευση κατά τη διάρκεια των lockdowns, οι κυβερνήσεις παγκοσμίως αναγκάστηκαν να αντλήσουν και να διοχετεύσουν ιλιγγιώδη ποσά στην πραγματική οικονομία.
Δημιουργήθηκαν προγράμματα αναστολής εργασίας, τεράστια πακέτα στήριξης και αυξημένος δανεισμός. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η έκρηξη του πληθωρισμού, η οποία χτύπησε αλύπητα το διαθέσιμο εισόδημα της μεσαίας και κατώτερης τάξης μόλις η υγειονομική κρίση υποχώρησε. Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο τιμωρίας των κυβερνώντων.
Κάθε εκλογική διαδικασία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, οδήγησε σε συντριβή των εν ενεργεία κυβερνήσεων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το Συντηρητικό Κόμμα εκμηδενίστηκε, όχι επειδή οι Εργατικοί ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς, αλλά επειδή οι πολίτες θέλησαν να τιμωρήσουν το κατεστημένο για το οικονομικό τους αδιέξοδο. Στις ΗΠΑ, οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι (swing voters) –άνθρωποι που στο παρελθόν ψήφιζαν Ομπάμα ή Μπάιντεν– στράφηκαν στον Τραμπ αποκλειστικά λόγω του κόστους ζωής.
Η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων και η μετανόηση
Αυτοί ακριβώς οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι, που «δάνεισαν» την ψήφο τους στο κίνημα MAGA ελπίζοντας σε μια γρήγορη οικονομική ανάκαμψη, είναι οι πρώτοι που πλέον βιώνουν την απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δημοτικότητα του νέου προέδρου κατακρημνίζεται, καταγράφοντας αρνητικά ρεκόρ που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο για μια τόσο πρώιμη φάση διακυβέρνησης. Συνήθως, κάθε νέα κυβέρνηση απολαμβάνει μια περίοδο χάριτος. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος αυτή εξανεμίστηκε άμεσα.
Η εμπιστοσύνη στην οικονομική του επάρκεια έχει βυθιστεί. Με τις αγορές να αντιδρούν νευρικά, τις πτώσεις στα χρηματιστήρια να δημιουργούν πανικό και το φάσμα της ύφεσης –το οποίο δεν υπήρχε πριν την ανάληψη των καθηκόντων του– να γίνεται ολοένα και πιο ορατό, η οικονομική δυσαρέσκεια επιστρέφει. Πολλοί από αυτούς τους ψηφοφόρους εκφράζουν ήδη αυτό που στην πολιτική ανάλυση ονομάζουμε σύνδρομο μεταμέλειας του αγοραστή (buyer’s remorse). Ωστόσο, η ζημιά στο θεσμικό οικοδόμημα έχει ήδη συντελεστεί.

Πολιτισμική απειλή και πολυετής ριζοσπαστικοποίηση
Αν η οικονομία εξηγεί τους περιστασιακούς υποστηρικτές, τι εξηγεί τον σκληρό πυρήνα του Τραμπισμού; Εδώ υπεισέρχεται η πολιτισμική και ταυτοτική ανασφάλεια. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι ο τρόπος ζωής, η κουλτούρα και η ταυτότητα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας βρίσκονται υπό άμεση απειλή εξάλειψης.
Είναι τεράστιο αναλυτικό σφάλμα να θεωρήσουμε ότι τα δεκάδες εκατομμύρια του σκληρού πυρήνα γεννήθηκαν μισαλλόδοξοι. Όπως είχε αποδειχθεί εξαιρετικά άστοχος ο χαρακτηρισμός «αξιοθρήνητοι» (deplorables) από την Χίλαρι Κλίντον, το να δαιμονοποιούμε αυτούς τους πολίτες δεν προσφέρει καμία λύση. Αντιθέτως, αυτοί οι άνθρωποι είναι τα θύματα μιας εξαιρετικά ενορχηστρωμένης διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης που διήρκεσε δεκαετίες.
Πίσω από αυτή τη στρατηγική κρύβεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: από τα δίκτυα επιρροής του Ρότζερ Έιλς και του Fox News, μέχρι τους πανίσχυρους ολιγάρχες (όπως οι αδελφοί Κοχ) και, φυσικά, τις ξένες δυνάμεις. Το εντυπωσιακό με τη ξένη κρατική παρέμβαση είναι ότι οι μηχανισμοί της, συχνά, δρουν σχεδόν ανοιχτά, εφαρμόζοντας δόγματα που είχαν αναπτυχθεί από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
Το δόγμα της KGB και η ιδεολογική υπονόμευση
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της χειραγώγησης, αρκεί να ανατρέξει κανείς στη μεθοδολογία της KGB. Πρώην στελέχη των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών έχουν εξηγήσει ανοιχτά ότι μόλις το 15% των πόρων τους αφορούσε την κλασική κατασκοπεία. Το υπόλοιπο 85% αφορούσε την «ιδεολογική υπονόμευση» (ideological subversion) ή τον ψυχολογικό πόλεμο.
Στόχος αυτής της τακτικής δεν ήταν η κλοπή μυστικών, αλλά η πλήρης διαστρέβλωση της αντίληψης της πραγματικότητας. Όταν ένας πληθυσμός εκτίθεται συνεχώς σε αντικρουόμενες πληροφορίες και θεωρίες συνωμοσίας, χάνει την ικανότητα να βγάλει λογικά συμπεράσματα. Φτάνουμε έτσι στο σημείο όπου το διαδίκτυο πλημμυρίζει με φανταστικά σενάρια: «καραβάνια μεταναστών» που εμφανίζονται μαγικά πριν τις εκλογές και εξαφανίζονται την επόμενη μέρα, ανύπαρκτα κύματα εγκληματικότητας, ή κατασκευασμένος ηθικός πανικός για φυλομεταβάσεις μέσα στα σχολεία και τις φυλακές.
Οι πολίτες βομβαρδίζονταν από τα εργοστάσια τρολ (troll farms) και τα bots, μετατρέποντας εξωπραγματικά σενάρια στο απόλυτο κριτήριο της ψήφου τους. Έρευνες έδειξαν ότι άτομα που ενημερώνονταν αποκλειστικά από συγκεκριμένα δίκτυα οργής, ήταν λιγότερο ενημερωμένα για την πραγματικότητα ακόμα και από ανθρώπους που δεν παρακολουθούσαν καθόλου ειδήσεις.

Το πολιτικό «δηλητήριο» μεταμφιεσμένο σε θεραπεία
Μέσα σε αυτό το άκρως τοξικό περιβάλλον, ο Ντόναλντ Τραμπ λειτούργησε με τη μεθοδολογία ενός στρατολόγου. Η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο: εντοπίζει ανθρώπους με βαθιές ανασφάλειες και τους προσφέρει ένα τοξικό αφήγημα, συγκεκαλυμμένο ως θεραπεία.
Το διαβόητο «μόνο εγώ μπορώ να το φτιάξω» έδωσε σε αυτούς τους ψηφοφόρους ακριβώς αυτό που είχαν ανάγκη. Τους απάλλαξε από το βάρος της ανασφάλειας, εντάσσοντάς τους σε μια «ανώτερη» κλειστή κοινότητα. Το MAGA δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σύνθημα· είναι μια συμπαγής κοινωνική ταυτότητα. Παρέχει στα μέλη της την ψευδαίσθηση της υπεροχής απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία, καμουφλάροντας τον εσωτερικό τους φόβο.
Η πολιτική ιδιοφυΐα του Τραμπ ήταν ακριβώς αυτή: πήρε τον θυμό, τον φόβο για την οικονομία και τον πανικό της πολιτισμικής αλλοίωσης, και τα εμφιάλωσε σε ένα ελιξίριο που έκανε τους οπαδούς του να νιώθουν και πάλι δυνατοί. Όμως, όπως κάθε δηλητήριο, μακροπρόθεσμα καταστρέφει τον ίδιο τον οργανισμό.
Το προηγούμενο του Brexit και η βαθύτερη ρίζα: Η απώλεια ελέγχου
Αν αναζητήσουμε την πραγματική ρίζα, την υποκείμενη ανασφάλεια κάτω από την οικονομία και τον πολιτισμό, θα βρούμε κάτι πανανθρώπινο: την απώλεια του ελέγχου. Η καλύτερη προσομοίωση για το τι συνέβη στις ΗΠΑ είναι το Brexit. Οι εμπνευστές του βρετανικού διαζυγίου με την Ευρώπη πέτυχαν διάνα, διότι στόχευσαν στο υποσυνείδητο με μόλις τρεις λέξεις: Take Back Control (Πάρτε πίσω τον έλεγχο).
Φυσικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τους στερούσε τον έλεγχο με τον τρόπο που παρουσιαζόταν. Σήμερα, ελάχιστοι Βρετανοί νιώθουν πραγματικά «πιο ελεύθεροι» από ό,τι πριν το 2016. Η υπόσχεση ήταν μια οφθαλμαπάτη. Όμως, το αίσθημα της αδυναμίας ήταν απόλυτα αληθινό.
Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με ασύλληπτες ταχύτητες. Η τεχνολογία, η ιατρική, η παραγωγή δεδομένων, μετασχηματίζονται ραγδαία. Αυτά που κάναμε πριν 18 μήνες φαίνονται ήδη παρωχημένα. Αυτή η ιλιγγιώδης ταχύτητα προκαλεί τρόμο. Ο μέσος πολίτης αισθάνεται ότι η ζωή του καθορίζεται από αόρατους αλγόριθμους, απρόσιτες ελίτ και ξένα κέντρα αποφάσεων. Αυτή είναι η μήτρα κάθε άλλης ανασφάλειας.
Η συστημική ανεπάρκεια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας
Οι απαντήσεις του παρελθόντος δεν επαρκούν πλέον. Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να γίνει μέσω της «πολιτικής ως συνήθως». Το να αλλάξουμε απλώς τη φορολογική κλίμακα ή να προσαρμόσουμε την επικοινωνιακή στρατηγική δεν θα σταματήσει το κύμα. Ακόμα και όταν ο Τραμπ αποχωρήσει οριστικά από το προσκήνιο, η υποδομή που έχει χτιστεί θα τον επιβιώσει. Νέοι, πολιτικά πιο συγκροτημένοι ιδεολόγοι του χώρου –όπως ο Τζέι Ντι Βανς ή ο Τάκερ Κάρλσον– περιμένουν ήδη να καλύψουν το κενό, και ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ πιο αποτελεσματικοί στην αποδόμηση των θεσμών.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως είναι δομημένη σήμερα, έχει καταστεί παρωχημένη. Το να πατάει ο πολίτης ένα κουμπί στην κάλπη κάθε τέσσερα χρόνια και μετά να παραχωρεί λευκή επιταγή σε μια κλειστή κάστα νομοθετών, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης πολυπλοκότητας. Έχουμε τεράστιο όγκο πληροφοριών, εκρηκτική ανάγκη για συμμετοχή και το σύστημα δεν παρέχει καμία διέξοδο εκτόνωσης και συνδιαμόρφωσης.
Τεχνητή νοημοσύνη: Επιστροφή στην αθηναϊκή δημοκρατία
Η απάντηση απέναντι στην ψευδαίσθηση του αυταρχικού ελέγχου είναι το βάθεμα της δημοκρατίας. Η ιστορική ρίζα της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα δεν βασιζόταν σε αντιπροσώπους που αποφάσιζαν πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά στην άμεση συμμετοχή της Εκκλησίας του Δήμου. Προφανώς, με τους αποκλεισμούς της εποχής, αλλά η κεντρική ιδέα αφορούσε τον πυρήνα της λήψης των αποφάσεων.
Για αιώνες, η άμεση δημοκρατία ήταν πρακτικά αδύνατη σε κράτη δεκάδων εκατομμυρίων κατοίκων. Πώς συγκεντρώνεις ένα ολόκληρο έθνος σε μια «πλατεία»; Το διαδίκτυο έκανε το πρώτο βήμα, αλλά συχνά εκφυλίστηκε σε πεδίο τοξικότητας. Σήμερα, όμως, έχουμε το κλειδί: την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI).
Αντί η ΑΙ να χρησιμοποιείται ως εργαλείο χειραγώγησης, μπορεί να μετατραπεί στον απόλυτο καταλύτη για την αποτύπωση της κοινής λογικής. Οι σύγχρονοι αλγόριθμοι μπορούν να συλλέξουν, να επεξεργαστούν και να αποκρυσταλλώσουν τις απόψεις, τις ιδέες και τις ανησυχίες εκατομμυρίων πολιτών σε πραγματικό χρόνο. Μπορούν να εντοπίσουν τον κοινό παρονομαστή μέσα στο χάος και να δομήσουν συλλογικές συναινέσεις.
Μέσω αυτής της τεχνολογικής επανάστασης, μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν μόνιμο δίαυλο ανατροφοδότησης (feedback loop) μεταξύ των νομοθετών και της κοινωνίας. Ο πολίτης δεν θα είναι πλέον παθητικός δέκτης αποφάσεων, αλλά ενεργός συνδιαμορφωτής. Έτσι αποκτά ξανά τον έλεγχο που τόσο απεγνωσμένα αναζητά. Η δημοκρατία, μπροστά στη μεγαλύτερη κρίση της, ίσως βρει τη σωτηρία της ακριβώς μέσα από την τεχνολογία που σήμερα μοιάζει να την απειλεί. Το μέλλον δεν έχει κριθεί ακόμα, αρκεί να αλλάξουμε το παιχνίδι.