Τα έξι ονόματα στα αρχεία Έπσταϊν που οι αμερικανικές αρχές επιχείρησαν να κρατήσουν κρυφά

Οι μαύρες γραμμές, τα κρυμμένα αρχεία και η σύγκρουση στο Κογκρέσο - Ο ρόλος του Wexner, οι διεθνείς παραιτήσεις και η σιωπή στις ΗΠΑ

Τα έξι ονόματα στα αρχεία Έπσταϊν που οι αμερικανικές αρχές επιχείρησαν να κρατήσουν κρυφά

Η δημοσιοποίηση εκατομμυρίων εγγράφων από τα αρχεία Έπσταϊν δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντίθετα, άνοιξε ένα νέο μέτωπο για το τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τις μαύρες γραμμές των διαγραφών και γιατί ορισμένα ονόματα ισχυρών προσώπων δεν έπρεπε να εμφανιστούν στο φως.

σχετικά άρθρα

Ανάμεσα στα αρχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα υπήρχε ένα email του Τζες Στέιλι, πρώην CEO της Barclays, προς τον Τζέφρι Έπσταϊν. Το μήνυμα, γραμμένο το 2014, δείχνει με ωμό τρόπο την περιφρόνηση που είχε ένας κύκλος ισχυρών για τους απλούς πολίτες. Ο Στέιλι σχολίαζε τις ταραχές στη Βραζιλία για το κόστος ζωής και τα δισεκατομμύρια που δαπανώνταν για το Μουντιάλ, γράφοντας στον Έπσταϊν ότι στις ΗΠΑ «η ομάδα που θα έπρεπε να είναι στους δρόμους έχει εξαγοραστεί από τον Jay-Z».

Η φράση αυτή παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική της νοοτροπίας μιας προστατευμένης ελίτ, που πλέον πολλοί περιγράφουν ως «Epstein class»: ένα στρώμα πλούσιων και ισχυρών ανθρώπων που έμοιαζαν να λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες από όλους τους υπόλοιπους.

Η ίδια αίσθηση αλαζονείας φάνηκε και σε συνέντευξη της Lady Victoria Hervey, πρώην συντρόφου του Andrew Mountbatten Windsor, η οποία υποστήριξε ότι από τη στιγμή που ο Έπσταϊν γνώριζε «όλους τους ισχυρούς», το να μην εμφανίζεται κάποιος στα αρχεία θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν… προσβολή. Η ίδια, όπως αναφέρεται, εμφανίζεται στα αρχεία τουλάχιστον 20 φορές, κυρίως μέσα από αναρτήσεις και κοινωνικές φωτογραφίες.

Οι μαύρες γραμμές, τα κρυμμένα αρχεία και η σύγκρουση στο Κογκρέσο

Παρότι το υπουργείο Δικαιοσύνης παρουσίασε τη δημοσιοποίηση των εγγράφων ως απόδειξη διαφάνειας, μέλη του Κογκρέσου χαρακτήρισαν την κατάσταση φάρσα. Ο λόγος είναι ότι είχαν εντοπιστεί περισσότερα από 6 εκατομμύρια έγγραφα που υπάγονταν στη σχετική νομοθεσία, όμως στη δημοσιότητα δόθηκε περίπου το μισό υλικό.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αναφορά ότι εσωτερικό email του FBI έκανε λόγο για δεδομένα μεταξύ 20 και 40 terabytes, ενώ τελικά δημοσιοποιήθηκαν μόλις 300 gigabytes, δηλαδή περίπου το 1,5% του συνολικού υλικού που είχε συλλεχθεί.

Από τα σημαντικότερα έγγραφα που ζητήθηκαν είναι οι καταθέσεις θυμάτων και μαρτύρων του FBI, γνωστές ως FD-302. Πρόκειται για γραπτές περιλήψεις συνεντεύξεων που πραγματοποιούν πράκτορες σε ποινικές υποθέσεις και μπορούν να δείξουν τι γνώριζαν οι αρχές από τα πρώτα στάδια της έρευνας. Στα αρχεία που δημοσιοποιήθηκαν εμφανίζεται μόνο μία τέτοια κατάθεση, σχεδόν πλήρως καλυμμένη με μαύρες γραμμές.

Αρχεία Έπσταϊν

Το ζήτημα πήρε πολιτικές διαστάσεις όταν μικρή ομάδα βουλευτών μπήκε σε ασφαλή χώρο για να δει τις μη λογοκριμένες εκδοχές των αρχείων. Ανάμεσά τους ήταν οι Ro Khanna και Thomas Massie, οι οποίοι είχαν μόνο δύο ώρες στη διάθεσή τους, χωρίς κινητά και χωρίς συνεργάτες, κρατώντας αποκλειστικά χειρόγραφες σημειώσεις.

Ακόμη και εκεί, όμως, διαπίστωσαν ότι τα δήθεν αλογόκριτα αρχεία ήταν γεμάτα διαγραφές. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν, πολλά στοιχεία είχαν ήδη καθαριστεί από το FBI πριν φτάσουν στους δικηγόρους του υπουργείου Δικαιοσύνης. Μέσα σε μόλις δύο ώρες, οι δύο βουλευτές εντόπισαν τουλάχιστον έξι άνδρες που το FBI είχε κάποια στιγμή θεωρήσει πιθανούς συνεργούς του Έπσταϊν, αλλά τα ονόματά τους είχαν κρυφτεί χωρίς προφανή νομικό λόγο.

Όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν διόρθωσε το πρόβλημα, ο Ro Khanna χρησιμοποίησε το δικαίωμα που του δίνει το Σύνταγμα να μιλήσει ελεύθερα στο Κογκρέσο και διάβασε τα έξι ονόματα στο αρχείο της Βουλής.

Το πρώτο όνομα ήταν ο Leslie Wexner, ο δισεκατομμυριούχος πίσω από τη Victoria’s Secret και ο άνθρωπος που θεωρείται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην οικονομική άνοδο του Έπσταϊν. Οι σχέσεις τους ήταν ήδη γνωστές, όμως το νέο στοιχείο ήταν ότι εσωτερικό έγγραφο του FBI τον κατέγραφε ως πιθανό συνεργό σε έρευνα για εμπορία ανηλίκων. Η νομική πλευρά του Wexner υποστηρίζει ότι αντιμετωπιζόταν μόνο ως πηγή πληροφοριών και όχι ως στόχος της έρευνας.

αρχεία Έπσταϊν

Το δεύτερο όνομα ήταν ο Sultan Ahmed bin Sulayem, CEO του ομίλου DP World. Τα μη λογοκριμένα αρχεία δείχνουν ανταλλαγές μηνυμάτων με τον Έπσταϊν, ακόμη και μετά την πρώτη καταδίκη του. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί email στο οποίο ο Έπσταϊν φέρεται να γράφει ότι «λάτρεψε το βίντεο βασανισμού», χωρίς να είναι γνωστό τι ακριβώς απεικόνιζε το συγκεκριμένο υλικό.

Τα υπόλοιπα ονόματα που διαβάστηκαν ήταν Nicola Caputo, Salvatore Nara, Zurab Meladze και Leonic Leonov. Για αυτά τα πρόσωπα η ταυτοποίηση και ο ακριβής ρόλος τους παραμένουν ασαφείς. Επισημαίνεται ότι η εμφάνιση ενός ονόματος στα αρχεία δεν αποδεικνύει ποινική ενοχή. Το ζήτημα, όμως, είναι γιατί οι αρχές έκριναν ότι έπρεπε να κρυφτούν τα ονόματα, ενώ ο νόμος προέβλεπε ότι οι διαγραφές θα έπρεπε να περιορίζονται κυρίως στην προστασία των θυμάτων.

Ο ρόλος του Wexner, οι διεθνείς παραιτήσεις και η σιωπή στις ΗΠΑ

Η περίπτωση του Leslie Wexner θεωρείται κομβική, επειδή οι οικονομικές του σχέσεις με τον Έπσταϊν δείχνουν το μέγεθος της ισχύος που είχε αποκτήσει ο τελευταίος. Από το 1991, ο Wexner του είχε δώσει πλήρη πληρεξουσιότητα για τη διαχείριση της περιουσίας του. Μια τέτοια εξουσιοδότηση θεωρείται εξαιρετικά ασυνήθιστη για έναν δισεκατομμυριούχο που βρίσκεται σε πλήρη έλεγχο των υποθέσεών του.

Μέσα από αυτή τη σχέση, ο Έπσταϊν απέκτησε ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία σε ιδιαίτερα ευνοϊκές τιμές, ανάμεσά τους το γνωστό αρχοντικό του στο Μανχάταν και ιδιωτικό αεροσκάφος. Για χρόνια, η πλευρά του Wexner παρουσίαζε τον ίδιο ως θύμα εξαπάτησης. Ωστόσο, τα αρχεία αναφέρουν ότι το 2008, την περίοδο που ο Έπσταϊν βρισκόταν στη φυλακή στη Φλόριντα, καταβλήθηκε ιδιωτικός διακανονισμός 100 εκατ. δολαρίων προς τον Wexner, χωρίς δημοσιότητα.

Η περίπτωση του Sultan Ahmed bin Sulayem είχε άμεσες συνέπειες. Τα αρχεία περιλαμβάνουν προσωπικά και ιδιαίτερα ανησυχητικά μηνύματα με τον Έπσταϊν, ανταλλαγές εικόνων γυναικών και επαφές για υπηρεσίες μασάζ και συνοδών σε διάφορες πόλεις. Μετά τις αποκαλύψεις, ο bin Sulayem αντικαταστάθηκε από τη θέση του επικεφαλής της DP World, ενώ διεθνείς επενδυτικοί φορείς πάγωσαν μελλοντικές συμφωνίες με τον όμιλο.

Η αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι έντονη. Σε άλλες χώρες, τα αρχεία οδηγούν σε παραιτήσεις, έρευνες και πολιτικές συνέπειες. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η επίσημη γραμμή παραμένει ότι δεν υπάρχει υλικό που να δικαιολογεί νέες έρευνες σε βάρος τρίτων προσώπων.

Η ίδια εικόνα εμφανίζεται και στην περίπτωση του Lord Peter Mandelson, ο οποίος φέρεται να μοιράστηκε με τον Έπσταϊν εμπιστευτικές πληροφορίες για την κρίση στην Ευρωζώνη και για ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αγορές. Παρά τα ερωτήματα για το αν οι πληροφορίες αυτές μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε συναλλαγές, δεν προκύπτει από τα αρχεία αν το FBI διερεύνησε ουσιαστικά την υπόθεση.

Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και ο πρώην πρίγκιπας Andrew, με φωτογραφίες και βίντεο που εγείρουν ερωτήματα, χωρίς όμως να εμφανίζονται στα αρχεία σημειώσεις ερευνών, καταθέσεις ή εξηγήσεις για το αν και πώς εξετάστηκαν αυτά τα στοιχεία από τις αμερικανικές αρχές.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και ο Howard Lutnick, υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, ο οποίος είχε υποστηρίξει δημόσια ότι είχε διακόψει κάθε σχέση με τον Έπσταϊν μετά από μία επίσκεψη στο σπίτι του. Τα αρχεία, όμως, δείχνουν επίσκεψη του ίδιου και της οικογένειάς του στο ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν, καθώς και επιχειρηματικές επαφές μαζί του μεταγενέστερα. Παρά τις αντιφάσεις, παραμένει στη θέση του.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η διαδικασία των διαγραφών φαίνεται να είχε ξεκινήσει πριν καν εφαρμοστούν οι κανόνες της σχετικής νομοθεσίας. Αν τα αρχεία έφτασαν στο υπουργείο Δικαιοσύνης ήδη «καθαρισμένα» από το FBI, τότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι κρύφτηκε, αλλά ποιος αποφάσισε τι δεν έπρεπε να δει το κοινό.

Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή από το γεγονός ότι οι αδελφές Farmer είχαν καταγγείλει τον Έπσταϊν στο FBI ήδη από τη δεκαετία του 1990. Παρ’ όλα αυτά, τα αρχεία που θα έδειχναν τι έκανε πραγματικά η υπηρεσία με αυτές τις πληροφορίες παραμένουν κρυμμένα.

Έτσι, ενώ έχουν δημοσιοποιηθεί εκατομμύρια σελίδες που δείχνουν το «τι» της υπόθεσης, εξακολουθεί να λείπει το πιο κρίσιμο: το «γιατί». Γιατί δεν προχώρησαν οι έρευνες νωρίτερα; Γιατί ορισμένα ονόματα κρύφτηκαν; Γιατί δεν υπάρχουν οι βασικές καταθέσεις; Γιατί δεν έχουν δοθεί τα οικονομικά στοιχεία; Και γιατί ένα δίκτυο που φέρεται να λειτουργούσε για χρόνια γύρω από τον Έπσταϊν εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται σαν υπόθεση δύο ανθρώπων, του ίδιου και της Γκισλέιν Μάξγουελ;

Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η διαφάνεια που επικαλούνται οι αρχές μοιάζει περισσότερο με σκηνικό παρά με ουσιαστική λογοδοσία.