Ο πόλεμος στο Ιράν δεν επηρεάζει μόνο τις αγορές ενέργειας, αλλά απειλεί πλέον να προκαλέσει μια ευρείας κλίμακας επισιτιστική κρίση, με τις επιπτώσεις να αναμένεται να πλήξουν κυρίως τις πιο ευάλωτες χώρες σε Αφρική και Ασία.
Η σύνδεση αυτή δεν είναι καινούργια, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις την καθιστούν πιο ορατή από ποτέ. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η λεγόμενη «Πράσινη Επανάσταση» αύξησε θεαματικά την παραγωγή βασικών τροφίμων, όπως το σιτάρι και το ρύζι, μέσω νέων ποικιλιών, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και εκτεταμένης άρδευσης. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη συνέδεσε στενά τη γεωργία με τα ορυκτά καύσιμα, καθώς η παραγωγή λιπασμάτων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο.
Σήμερα, αυτή η εξάρτηση αποδεικνύεται κρίσιμη. Με την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, η παγκόσμια αγορά λιπασμάτων έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων.
Η εκτίναξη τιμών και ο ρόλος του Κόλπου
Τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι ενδεικτικά: τον Μάρτιο, ο δείκτης τιμών ενέργειας αυξήθηκε κατά 41,6%, με το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να καταγράφει άνοδο 59,4% και το πετρέλαιο Brent 45,8%. Την ίδια περίοδο, οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν κατά 2,7%, ενώ τα λιπάσματα σημείωσαν άνοδο 26,2%.
Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) προειδοποιεί ότι, αν η κρίση συνεχιστεί, οι τιμές των λιπασμάτων θα παραμείνουν αυξημένες κατά 15% έως 20% στο πρώτο εξάμηνο του 2026.
Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, όπως εκείνες του 2007-08 και του 2022, η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από έναν καθοριστικό παράγοντα: τον ενισχυμένο ρόλο των χωρών του Κόλπου στην παγκόσμια αγροδιατροφική αλυσίδα.
Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν είναι πλέον μόνο εξαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά αποτελούν βασικούς παραγωγούς λιπασμάτων και χημικών προϊόντων, ενώ ελέγχουν κρίσιμες εμπορικές και μεταφορικές οδούς. Περίπου το 70% της παγκόσμιας αμμωνίας χρησιμοποιείται για την παραγωγή λιπασμάτων, με σχεδόν το 30% των εξαγωγών να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, περίπου το 50% της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης θείου – βασικού στοιχείου για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων – διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, καταγράφουν οι FT.
Η αυξημένη σημασία της περιοχής σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαταραχή, είτε λόγω πολέμου είτε λόγω περιορισμών στη ναυσιπλοΐα, μπορεί να επηρεάσει άμεσα την παγκόσμια παραγωγή και διακίνηση τροφίμων.
Οι χώρες που κινδυνεύουν περισσότερο
Οι συνέπειες δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Οι πιο ευάλωτες χώρες είναι εκείνες που εξαρτώνται από εισαγωγές λιπασμάτων και τροφίμων και δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να απορροφήσουν τις αυξήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία, το Σουδάν εισήγαγε το 54% των λιπασμάτων του από τον Κόλπο το 2024, ενώ ακολουθούν χώρες όπως η Σρι Λάνκα (36%), η Τανζανία (31%) και η Σομαλία (30%). Σε αυτές τις περιοχές, η αύξηση των τιμών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ελλείψεις τροφίμων.
Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα εκτιμά ότι περίπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βυθιστούν σε οξεία πείνα εξαιτίας της κρίσης, με τα δύο τρίτα να βρίσκονται στην Αφρική.
Η κατάσταση στο Σουδάν είναι ήδη δραματική, με περίπου 19 εκατομμύρια ανθρώπους – πάνω από το 40% του πληθυσμού – να αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ η χώρα βιώνει μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως.
Την ίδια στιγμή, οι ανθρωπιστικές αποστολές επιβαρύνονται από καθυστερήσεις και αυξημένα κόστη, καθώς πολλά πλοία αναγκάζονται να παρακάμπτουν επικίνδυνες περιοχές, προσθέτοντας εβδομάδες στις διαδρομές τους.

Η ανάγκη για άμεση παρέμβαση
Η κρίση αυτή εξελίσσεται σε μια περίοδο που πολλές χώρες του παγκόσμιου νότου βρίσκονται ήδη υπό οικονομική πίεση, με υψηλό χρέος και περιορισμένη δυνατότητα στήριξης των πολιτών τους.
Το 2024, οι αναπτυσσόμενες χώρες κατέβαλαν 921 δισ. δολάρια σε τόκους, ενώ 3,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε χώρες που δαπανούν περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους παρά για υγεία ή εκπαίδευση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, πέρα από τον τερματισμό των συγκρούσεων, απαιτούνται άμεσα μέτρα όπως αύξηση της ανθρωπιστικής βοήθειας, διαγραφή χρεών και χρηματοδοτική στήριξη, ώστε να αποτραπούν οι χειρότερες συνέπειες.
Παράλληλα, τονίζουν την ανάγκη για σταδιακή απεξάρτηση της γεωργίας από τα ορυκτά καύσιμα, μέσω πιο βιώσιμων πρακτικών, όπως η χρήση φυσικών λιπασμάτων και η εναλλαγή καλλιεργειών.
Η κρίση που διαμορφώνεται δεν αφορά μόνο τις τιμές της ενέργειας, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, με τις επιπτώσεις να αναμένεται να διαρκέσουν πολύ πέρα από το τέλος των εχθροπραξιών.

