Πάσχα 1827: Ανάσταση μέσα στην Ακρόπολη περικυκλωμένοι από τον Κιουταχή
Πείνα, μπαρούτι και ψαλμωδίες: η Κυριακή της Ανάστασης μέσα στην κόλαση της πολιορκίας του 1827
Το Πάσχα του 1827 στην Αθήνα δεν είχε κροτίδες, είχε κανονιές. Στη θέση των βεγγαλικών, η νύχτα άναβε από τις λάμψεις των οθωμανικών οβίδων που έσκαγαν γύρω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Εκεί, λίγες εκατοντάδες Έλληνες πολιορκημένοι προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή όχι μόνο την Επανάσταση, αλλά και ένα στοιχειώδες αίσθημα κανονικότητας: να γιορτάσουν την Ανάσταση μέσα στην πιο σκληρή πολιορκία της ζωής τους.
Η Αθήνα βρισκόταν στα χέρια των Οθωμανών. Ο Κιουταχής πασάς είχε στήσει γύρω από τον Βράχο έναν στενό κλοιό πυροβολείων, αποφασισμένος να τσακίσει την τελευταία εστία αντίστασης στην περιοχή. Η Ακρόπολη ήταν πολιορκημένη από το καλοκαίρι του 1826, με συνεχείς βομβαρδισμούς, καταστροφές και διαρκή πίεση πάνω στη μικρή φρουρά που είχε κλειστεί στο φρούριο μαζί με άμαχους.
Πολιορκία, πείνα και δίψα
Με τους μήνες ο κλοιός στένεψε. Ο ανεφοδιασμός είχε σχεδόν κοπεί, οι αποθήκες τροφίμων άδειασαν, τα πηγάδια έδιναν όλο και λιγότερο νερό. Η έλλειψη βασικών προμηθειών και η παρουσία γυναικόπαιδων και γερόντων μέσα στην Ακρόπολη έκαναν κάθε μέρα πιο ασφυκτική. Ο βομβαρδισμός από τα πυροβόλα του Κιουταχή ήταν συχνός, με βλήματα που έπεφταν στον Βράχο και προκαλούσαν ζημιές, τραυματισμούς και διάβρωση του ηθικού.
Παράλληλα, έξω από τον Βράχο διεξάγονταν επιχειρήσεις για την άρση της πολιορκίας. Στον κάμπο της Αττικής, ελληνικές δυνάμεις, με κεντρική μορφή τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, προσπάθησαν να διασπάσουν την πίεση του Κιουταχή και να ανακουφίσουν τη φρουρά της Ακρόπολης. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, η κόπωση και η ισχύς των οθωμανικών δυνάμεων, όμως, μετέτρεψαν αυτή την προσπάθεια σε αγώνα δρόμου με λίγες πιθανότητες.
Σε αυτό το κλίμα φθοράς, ημερολογιακά έφτασε η Μεγάλη Εβδομάδα. Η ημέρα του Πάσχα, 9 Απριλίου 1827 (π.ημ.), βρήκε την Ακρόπολη σε κατάσταση προχωρημένης εξάντλησης, αλλά και σε ένα σημείο όπου η αντίσταση δεν είχε ακόμα λυγίσει. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γράφεται η πιο φορτισμένη σκηνή: η βραδιά της Ανάστασης πάνω στον Βράχο.
Η νύχτα της Ανάστασης στην Ακρόπολη
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στην Ακρόπολη, σαν δεύτερη πολιορκία. Κάτω, στην πόλη, οι φωτιές των οθωμανικών στρατοπέδων τρεμόπαιζαν σαν ένα τεράστιο, εχθρικό καντήλι γύρω από τον Βράχο. Πάνω στα τείχη, οι σκοποί σήκωναν τα μάτια στον ουρανό – καμία λάμψη δεν έμοιαζε με βεγγαλικό· μόνο με φλόγα από κανόνι.
Στη μικρή εκκλησία μέσα στο οχυρό, ο παπάς ετοίμαζε την Ανάσταση. Τα άμφιά του ήταν φθαρμένα, λερωμένα από καπνό και σκόνη, όπως και τα ρούχα των πολεμιστών που τον περικύκλωναν. Η φωνή του, κουρασμένη από κηδείες και τρισάγια, έπρεπε τώρα να βρει τόνο για «Χριστός Ανέστη». Οι άνθρωποι συνωστίζονταν ασφυκτικά: γυναίκες με ξεθωριασμένες μαντήλες, παιδιά που είχαν ξεχάσει πώς είναι ένα Πάσχα με αρνί και γλέντι, γέροντες που είχαν δει την Αθήνα πριν τον πόλεμο, πολεμιστές με καριοφίλια στον ώμο, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αφήσουν το κερί και να πιάσουν τη σκανδάλη.
Το φως ήταν λιγοστό. Λίγα κεριά, φυλαγμένα σαν θησαυρός γι’ αυτή τη νύχτα, έριχναν κιτρινωπή λάμψη στα πρόσωπα. Στο βάθος ακουγόταν η υπόκωφη βροντή από τα κανόνια του Κιουταχή – όχι πολύ κοντά, αλλά αρκετά για να θυμίζει σε όλους ότι έξω από τα τείχη δεν υπήρχε γιορτή, μόνο κλοιός.
«Δεύτε λάβετε φως…» ψιθύρισε ο παπάς, και η φράση έμεινε για λίγο μετέωρη, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να ειπωθεί σε τέτοιο τόπο, σε τέτοια ώρα. Τα χέρια όμως απλώθηκαν. Οι φλόγες ταξίδεψαν από κερί σε κερί, από παλάμη σε παλάμη. Για λίγα δευτερόλεπτα, το φως νίκησε το σκοτάδι του πρόχειρου ναού και οι σκιές στους τοίχους άρχισαν να χορεύουν.
Η στιγμή της κορύφωσης ήρθε σχεδόν βίαια. Ο ιερέας πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να μάζευε μέσα του όλους τους μήνες της πολιορκίας, την πείνα, τη δίψα, τον φόβο, και τα πέταξε σε μια φράση: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών…»
Η απάντηση άργησε ένα δευτερόλεπτο και μετά ξέσπασε: «Αληθώς Ανέστη!»
Η κραυγή αντήχησε στο θολωτό ταβάνι, χτύπησε στις πέτρες, ανέβηκε ως τα κανόνια. Μερικοί αγωνιστές σήκωσαν τα κεριά ψηλά σαν λάβαρα, άλλοι αγκάλιασαν τα παιδιά τους, μια γυναίκα έκλαψε όχι για τους νεκρούς, αλλά γιατί δεν άντεχε τόσο φως μαζεμένο μετά από τόσο σκοτάδι.
Και τότε, η πολεμική πραγματικότητα ξαναδήλωσε το παρόν. Μια οβίδα έσκασε έξω από το τείχος, τόσο δυνατά που η γη σείστηκε. Μερικά κεριά έσβησαν, οι σκοποί φώναξαν «Στις θέσεις σας!». Ο παπάς δίστασε για μια στιγμή, αλλά συνέχισε το τροπάριο τρεμάμενος, σχεδόν παλεύοντας με τον ήχο του σιδήρου. Από τα οθωμανικά χαρακώματα άναψαν κι άλλες λάμψεις, άλλα πυροβόλα πήραν μπρος. Η Ανάσταση πάνω στον Βράχο γινόταν μέσα σε βροχή από μπαρούτι.
Οι οβίδες δεν χτυπούσαν πάντα στόχο, αλλά ο ήχος τους έσκιζε τη νύχτα. Μία έσκασε πιο κοντά, εκτοξεύοντας πέτρες και χώμα. Στην εκκλησία, τα κεριά τρεμόπαιξαν επικίνδυνα, κάποια έσβησαν, ένα παιδί φώναξε τρομαγμένο, η μητέρα του το έσφιξε στην αγκαλιά ενώ μουρμούριζε μηχανικά το «Χριστός Ανέστη». Κανείς όμως δεν είπε «ας το αφήσουμε». Αντίθετα, όσο δυνάμωναν οι βροντές των κανονιών, τόσο δυνάμωναν και οι φωνές· το «Χριστός Ανέστη» έγινε πείσμα απέναντι στην πολιορκία.
Όταν η λειτουργία τελείωσε, δεν υπήρχε γλέντι. Μόνο λίγα ψίχουλα ψωμί, μερικές γουλιές νερό, ελάχιστα κόκκινα αυγά που μοιράστηκαν σχεδόν τελετουργικά. Έξω, στα τείχη, κάποιοι έμειναν με το όπλο και το κερί στο χέρι, η μικρή φλόγα ρίχνοντας ασθενική λάμψη στα πρόσωπά τους – αρκετή όμως για να φανεί σε κάποια βλέμματα μια παράλογη σπίθα ελπίδας.
Ο Βράχος εκείνη τη νύχτα ήταν ταυτόχρονα φρούριο, εκκλησία και φυλακή. Η Ανάσταση δεν έφερε στρατιωτική λύτρωση, ούτε θαύμα: τα κανόνια δεν σώπασαν, ο κλοιός δεν έσπασε, η πείνα δεν έφυγε. Όμως όσοι στάθηκαν με κερί και καριοφίλι ήξεραν πως για μια στιγμή είχαν αρνηθεί να τους στερήσει ο πόλεμος αυτό που θεωρούσαν πιο δικό τους από κάθε οχύρωση: το δικαίωμα να γιορτάζουν, έστω και περικυκλωμένοι.
Μετά το Πάσχα: ήττα και συνθηκολόγηση
Η επόμενη μέρα δεν έφερε ανατροπή. Στρατιωτικά, η κατάσταση είχε ήδη κριθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι επιχειρήσεις έξω από την Αθήνα, με στόχο τη λύση της πολιορκίας, κατέληξαν σε ήττες των ελληνικών δυνάμεων. Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη, λίγο μετά το Πάσχα, στέρησε από την ελληνική πλευρά την πιο σημαντική στρατιωτική φυσιογνωμία στην περιοχή και έριξε βαριά σκιά πάνω σε κάθε προσπάθεια συνέχισης του αγώνα.
Για τους πολιορκημένους στην Ακρόπολη, τα νέα έφταναν κατακερματισμένα: αποτυχημένες εξορμήσεις, σοβαρές απώλειες, καμία προοπτική πραγματικού ανεφοδιασμού. Τα αποθέματα είχαν πλέον φτάσει στο όριο, το νερό μετριόταν σταγόνα-σταγόνα, η παρουσία γυναικόπαιδων έκανε κάθε παράταση της πολιορκίας πιο οδυνηρή. Η ιδέα της συνθηκολόγησης άρχισε να συζητείται όχι ως επιλογή, αλλά ως έσχατο μέσο αποφυγής γενικής σφαγής.
Η παράδοση της Ακρόπολης, στα τέλη Μαΐου 1827, σφράγισε την ήττα των ελληνικών δυνάμεων στην περιοχή και άφησε βαθύ ψυχικό αποτύπωμα. Για πολλούς αγωνιστές και μεταγενέστερους ιστορικούς, η Ακρόπολη υπήρξε σύμβολο πείσματος και θυσίας, αλλά και μια σκληρή υπενθύμιση των ορίων της ηρωικής αντίστασης όταν λείπουν τα υλικά μέσα.
Το Πάσχα της πολιορκίας ως μνήμη
Το Πάσχα του 1827 δεν κατέγραψε στρατιωτικό θρίαμβο. Έμεινε όμως ως μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της Επανάστασης: μια Ανάσταση που γιορτάστηκε μέσα σε πολιορκία, πείνα και κανιονοβολισμούς. Σε αυτόν τον συνδυασμό σκληρής πραγματικότητας και πεισματικής τελετουργίας βρίσκεται η ιδιαιτερότητά του.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στην Ακρόπολη σπάνια σκέφτεται ότι κάποτε ο Βράχος αυτός υπήρξε πολιορκημένο φρούριο γεμάτο πρόχειρα καταλύματα, αποθήκες πυρομαχικών και ανθρώπους στα όρια της αντοχής τους. Η ανάμνηση εκείνης της νύχτας της Ανάστασης – όπως μπορεί να ανασυγκροτηθεί από τις συνθήκες που γνωρίζουμε – λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική εικόνα: μια ομάδα ανθρώπων που, περικυκλωμένοι από σίδερο και φωτιά, επιμένουν να ανάψουν κεριά και να ψιθυρίσουν «Χριστός Ανέστη», γνωρίζοντας ότι η επόμενη μέρα θα τους φέρει πιο κοντά στην ήττα.
Σε αυτή την αντίφαση – Πάσχα χωρίς στρατιωτική Ανάσταση, αλλά με μια μικρή, ανθρώπινη πράξη αντίστασης – βρίσκεται ίσως η ουσία του «Πάσχα της πολιορκίας της Ακρόπολης» στη συλλογική μνήμη.