Στον αχανή σταθμό λεωφορείων Esenler της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στα καυσαέρια και τη βουή της καθημερινότητας, στήνεται μια ψευδαίσθηση. Ο διάσημος ηθοποιός Akin Akınözü, πρωταγωνιστής της σειράς Veliaht, προσπαθεί να γυρίσει μια σκηνή μέσα στο χάος. «Είναι τρέλα», παραδέχεται σε ένα διάλειμμα. Τα ωράρια είναι εξοντωτικά, τα επεισόδια γυρίζονται και προβάλλονται σχεδόν ταυτόχρονα, και η πίεση είναι ασφυκτική. Ωστόσο, αυτή η «τρέλα» ήταν μέχρι πρότινος το καύσιμο μιας από τις πιο επιτυχημένες εξαγωγικές μηχανές της Τουρκίας. Σήμερα, όμως, η βιομηχανία των τουρκικών σειρών —των γνωστών ως dizi— βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό που κανένα σενάριο δεν είχε προβλέψει: την οικονομική πραγματικότητα της ίδιας της χώρας που τις γέννησε.
Η ιστορία των τουρκικών σειρών δεν είναι απλώς ένα αφήγημα ψυχαγωγίας· είναι μια οικονομική και γεωπολιτική παραβολή. Για χρόνια, παραγωγές όπως ο «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής» λειτουργούσαν ως η αιχμή του δόρατος της τουρκικής ήπιας ισχύος (soft power), καθηλώνοντας εκατομμύρια τηλεθεατές σε 170 χώρες και αποφέροντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε συνάλλαγμα. Η κυβέρνηση Ερντογάν επένδυσε πολιτικά σε αυτή τη βιομηχανία, βλέποντας σε αυτήν τον ιδανικό πρεσβευτή μιας νεο-οθωμανικής αίγλης. Αλλά το οικονομικό μοντέλο που στήριξε αυτή την επιτυχία καταρρέει κάτω από το βάρος του πληθωρισμού και της νομισματικής αστάθειας.
Η Οικονομία του Πληθωρισμού στο Πλατό
Το πρόβλημα είναι δομικό και αριθμητικό. Με τον πληθωρισμό να έχει αγγίξει το δυσθεώρητο 85% στα τέλη του 2022 και να επιμένει σήμερα κοντά στο 30%, το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί. Το παράδοξο της τουρκικής οικονομίας, όπου η συναλλαγματική ισοτιμία δεν προσαρμόζεται πλήρως στον πληθωρισμό, έχει δημιουργήσει μια στρέβλωση: το κόστος σε “σκληρό” νόμισμα (δολάρια και ευρώ) αυξάνεται ραγδαία.
«Αυτή τη στιγμή, το κόστος παραγωγής μας είναι υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας», δηλώνει ο Özcan Altunkaya από το Εμπορικό Επιμελητήριο της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για μια δήλωση-σοκ για μια βιομηχανία που χτίστηκε πάνω στο συγκριτικό πλεονέκτημα του χαμηλού κόστους και της υψηλής ποιότητας. Όταν το ωριαίο κόστος παραγωγής τριπλασιάζεται, φτάνοντας τα 240.000 δολάρια, το «μυστικό συστατικό» της τουρκικής τηλεόρασης εξατμίζεται. Οι διεθνείς πωλήσεις, που κάποτε ήταν δεδομένες, τώρα απειλούνται, καθώς η τιμολογιακή ανταγωνιστικότητα χάνεται.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Αντικατοπτρίζει την ευρύτερη εικόνα της τουρκικής βιομηχανίας. Από την κλωστοϋφαντουργία, που έχασε 380.000 θέσεις εργασίας σε μια τριετία, μέχρι τον κλάδο των λευκών συσκευών —όπου η Τουρκία είναι δεύτερη παγκόσμια δύναμη μετά την Κίνα— οι εξαγωγές πιέζονται. Τα dizi είναι απλώς το πιο λαμπερό θύμα μιας οικονομικής πολιτικής που διέλυσε την αγοραστική δύναμη και εκτίναξε τα λειτουργικά έξοδα.
Το Μοντέλο της «Υπερ-επιτυχίας» και ο Θάνατος του Ρίσκου
Η τηλεοπτική αγορά της Τουρκίας λειτουργούσε πάντα με όρους άγριας δύσης. Πέντε ιδιωτικά κανάλια και ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας (TRT) παράγουν έναν τεράστιο όγκο περιεχομένου —έως και 75 ώρες εβδομαδιαίως σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης. Το μοντέλο βασιζόταν στην άμεση αξιολόγηση: αν τα νούμερα τηλεθέασης δεν ήταν ικανοποιητικά το επόμενο πρωί, η σειρά κοβόταν ακαριαία. Αυτός ο δαρβινισμός εξασφάλιζε ότι μόνο οι πιο ισχυρές παραγωγές επιβίωναν, οι οποίες στη συνέχεια πωλούνταν στο εξωτερικό ως καθαρό κέρδος.
Σήμερα, όμως, η εξίσωση έχει αλλάξει. Η κατάρρευση της λίρας έχει απομειώσει την αξία των διαφημιστικών εσόδων, τα οποία πλέον καλύπτουν μόλις το 50% του κόστους παραγωγής ενός επεισοδίου. Αυτό σημαίνει ότι οι προπωλήσεις στο εξωτερικό δεν είναι πλέον το «κερασάκι στην τούρτα», αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.
Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση του οικοσυστήματος. Όπως επισημαίνει ο İzzet Pinto της Global Agency, τα προγράμματα πρέπει πλέον να είναι «υπερ-επιτυχημένα» για να σταθούν. Η δημιουργική τόλμη υποχωρεί μπροστά στην οικονομική ανασφάλεια. Οι παραγωγοί, μη μπορώντας να ρισκάρουν, καταφεύγουν σε δοκιμασμένες, ασφαλείς συνταγές, μειώνοντας την ποικιλομορφία και την καινοτομία που χαρακτήριζε τον κλάδο. Είναι ένας φαύλος κύκλος: λιγότερα ρίσκα οδηγούν σε λιγότερο ενδιαφέρον περιεχόμενο, το οποίο με τη σειρά του δυσκολεύεται να βρει αγοραστές σε μια κορεσμένη διεθνή αγορά.

Η Γεωπολιτική του Μελοδράματος
Η επιτυχία των τουρκικών σειρών δεν ήταν ποτέ τυχαία. Βασίστηκε σε ένα προσεκτικά κατασκευασμένο μείγμα «συντηρητικού μοντερνισμού». Για τον μουσουλμανικό κόσμο, τα dizi προσέφεραν μια εκδοχή της ζωής χωρίς αλκοόλ και υπερβολικό γυμνό, αλλά με πλούσιο δράμα και πρωταγωνιστές που δεν ήταν καρικατούρες φανατικών, όπως συχνά παρουσιάζονται στη Δύση. Για τη Λατινική Αμερική, οι ιστορίες επικεντρώνονταν στις οικογενειακές αξίες και τα κοινωνικά ήθη που ήταν οικεία στο κοινό της περιοχής.
Ωστόσο, το οικονομικό αδιέξοδο απειλεί να αποδυναμώσει αυτό το εργαλείο επιρροής. Με το κόστος να αυξάνεται, οι τουρκικές παραγωγές δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις ανερχόμενες αγορές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, που αρχίζουν να παράγουν το δικό τους περιεχόμενο. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός από τη Νότια Κορέα είναι πλέον αμείλικτος.
Υπάρχει λύση; Οι αναλυτές είναι σκεπτικοί. Η κρατική επιδότηση ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω πολιτικού ελέγχου από το ρυθμιστικό συμβούλιο (RTÜK), το οποίο ήδη επιβάλλει πρόστιμα για «προσβολή των οικογενειακών αξιών». Η ενοποίηση των καναλιών για εξοικονόμηση πόρων φαντάζει απίθανη σε ένα τοπίο όπου η ιδιοκτησία των ΜΜΕ είναι βαθιά πολιτικοποιημένη και συνδεδεμένη με κυβερνητικά συμφέροντα.
Επιβίωση μέσω Μετάλλαξης
Παρά τα ζοφερά οικονομικά δεδομένα, η βιομηχανία αρνείται να πεθάνει. Αντίθετα, μεταλλάσσεται. Οι Τούρκοι παραγωγοί αναζητούν νέες αγορές, όπως τη Ρωσία, καλύπτοντας το κενό που άφησαν οι δυτικές κυρώσεις. Παράλληλα, στρέφονται σε συμπαραγωγές με χώρες του Κόλπου. Η συνεργασία της Ay Yapım με τα MBC Studios της Σαουδικής Αραβίας είναι ενδεικτική της νέας τάξης πραγμάτων: αν δεν μπορείς να πουλήσεις το προϊόν σου όπως παλιά, πούλησε την τεχνογνωσία σου και φτιάξε το προϊόν με τα κεφάλαια των πρώην ανταγωνιστών σου.
Η Parrot Analytics καταγράφει ότι, παρά την πτώση, η Τουρκία παρήγαγε 25 νέες σειρές πέρυσι και συνεχίζει να κερδίζει διεθνή βραβεία. Η μηχανή παραγωγής μπορεί να τρίζει, αλλά δεν έχει σταματήσει.
Στα υπόγεια του σταθμού λεωφορείων, ο παραγωγός Mehmet Eryılmaz περιγράφει μια σκηνή που μοιάζει να συνοψίζει ολόκληρη την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας: όταν ένας ηθοποιός τραυματίστηκε και δεν μπορούσε να συνεχίσει, οι σεναριογράφοι απλώς τον «σκότωσαν» και τον έθαψαν για να συνεχιστεί η ροή. «Ήταν ένας απεχθής χαρακτήρας, οπότε του άξιζε», λέει κυνικά.
Στην πραγματική ζωή, όμως, ο «κακός χαρακτήρας» είναι ο πληθωρισμός. Και δυστυχώς για την τουρκική βιομηχανία θεάματος, αυτός ο χαρακτήρας δεν φαίνεται διατεθειμένος να πεθάνει σύντομα. Το επιχειρηματικό μοντέλο έχει δεχτεί ανεπανόρθωτο πλήγμα και η εποχή της εύκολης κυριαρχίας έχει παρέλθει. Όπως και στην ευρύτερη τουρκική οικονομία, το πάρτι της φθηνής ανάπτυξης τελείωσε, και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Το αν το «Χόλιγουντ του Βοσπόρου» θα καταφέρει να επανεφεύρει τον εαυτό του ή αν θα συρρικνωθεί σε μια περιφερειακή αγορά, θα είναι το πιο αγωνιώδες σενάριο των επόμενων ετών. Πηγή: Financial Times

