Από το κραχ του 2000 στην ευφορία της Τεχνητής Νοημοσύνης: Τα Μαθήματα μιας ιστορικής φούσκας
άνοδος, η πτώση και οι ανατομικές διαφορές της dot-com μανίας των ’90s με το σήμερα της AI, μέσα από τα μάτια των αγορών και της οικονομικής ιστορίας
Δεκαετία του 1990. Οι Simpsons βρίσκονται στο απόγειό τους, το Χόλιγουντ γεννά τη μία εισπρακτική επιτυχία μετά την άλλη –Τιτανικός, Jurassic Park, Forrest Gump– και το πρώτο PlayStation μπαίνει στα σπίτια σαν μέλος της οικογένειας. Την ίδια ώρα, για λόγους που κανείς δεν καταλαβαίνει, εκατομμύρια άνθρωποι ξοδεύουν χρόνο για να ταΐζουν ένα ψηφιακό κατοικίδιο που πεθαίνει αν το ξεχάσεις.
Τα ’90s ήταν η δεκαετία των μεγάλων εμμονών, αλλά μία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο: η μανία για τις τεχνολογικές μετοχές. Το διαδίκτυο υποσχόταν να αλλάξει τον κόσμο και η αμερικανική οικονομία κάλπαζε. Εκατομμύρια επενδυτές ήταν έτοιμοι να ποντάρουν στο μέλλο, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς αγόραζαν.
Το ονόμασαν «Νέα Οικονομία»· ένα μοντέλο που θεωρητικά θα εκδημοκράτιζε τον πλούτο και θα οδηγούσε σε μια άνευ προηγουμένου έκρηξη παραγωγικότητας. Η υπόθεση δεν αφορούσε πλέον τη Wall Street ή άνδρες με κουστούμια και χαρτοφύλακες γεμάτους μετρητά.
Οι πρωταγωνιστές ήταν οδηγοί ταξί, σερβιτόροι, δάσκαλοι, απλοί άνθρωποι που συνδέονταν στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του διαλείμματός τους για να αγοράσουν μετοχές της America Online ή του mascotas.com. Μικρές εταιρείες, χωρίς εμπειρία και, το κυριότερο, χωρίς κερδοφορία, αποκτούσαν μυθική αξία απλώς και μόνο επειδή είχαν έναν ιστότοπο και τη λήξη «.com» στο όνομά τους.
Όταν το «.com» Άξιζε Χρυσάφι
Αν το Cosmo.com δεν είχε αυτή τη μαγική κατάληξη στο όνομά του, θα δυσκολευόταν να αντλήσει έστω και ένα δολάριο από εξωτερικούς επενδυτές, πόσο μάλλον τα 100 εκατομμύρια που τελικά μάζέψε. Κάθε παράδοση της εταιρείας κόστιζε 10 δολάρια σε εργατικά και γενικά έξοδα, χωρίς να υπολογίζονται οι δαπάνες μάρκετινγκ ή το κόστος των ίδιων των αγαθών.

Με τη μέση παραγγελία να διαμορφώνεται στα 12 δολάρια, ήταν μαθηματικά αδύνατο για την εταιρεία να εμφανίσει κέρδος. Αντίστοιχα, το 1998, το Priceline.com ξεκίνησε μια επαναστατική δραστηριότητα πουλώντας αεροπορικά εισιτήρια που οι εταιρείες είχαν αφήσει απούλητα. Το πρόβλημα; Πουλούσε τα εισιτήρια φθηνότερα από όσο τα αγόραζε από τις αεροπορικές εταιρείες.
Μέσα σε ένα χρόνο έχασε πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια. Κι όμως, αυτή η εταιρεία, που δεν είχε βγάλει ποτέ ούτε ένα δολάριο κέρδους και δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία για να στηρίξει την αξία της, κατέληξε να αξίζει στο χρηματιστήριο περισσότερο από όλες τις αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ μαζί.
Μια ιστοσελίδα χωρίς αντίκρισμα είχε μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία από κολοσσούς με εκατοντάδες αεροπλάνα στο δυναμικό τους. Αυτή η συλλογική τρέλα δεν κράτησε πολύ. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, η μετοχή του Priceline.com κατρακύλησε από τα 150 δολάρια στα 2 δολάρια. Η τρέλα είχε κυριεύσει τους πάντες, γεννώντας μία από τις πιο διάσημες φούσκες στην ιστορία.
Η Γέννηση της Μεγάλης Φούσκας
Οι οικονομικές φούσκες έχουν ένα χαρακτηριστικό: όλοι ξέρουν πότε σκάνε, αλλά κανείς δεν συμφωνεί για το πότε ξεκινούν. Στην περίπτωση των dot-com, η πιο κοινή ημερομηνία ορόσημο είναι η 19η Αυγούστου 1995. Υπαίτιος ήταν ο Mark Andreessen, ο οποίος σε ηλικία μόλις 21 ετών εφηύρε τον Netscape Navigator, τον πρώτο λειτουργικό φυλλομετρητή (browser) στην ιστορία.
Μέχρι τότε, η περιήγηση στο διαδίκτυο ήταν μια επίπονη διαδικασία, περιορισμένη σε στρατιωτικούς, επιστήμονες και λίγους φανατικούς της τεχνολογίας. Με το Netscape, το ίντερνετ απογειώθηκε. Το 1993 υπήρχαν περίπου 14 εκατομμύρια χρήστες, το 1999 έφτασαν τα 280 εκατομμύρια και τρία χρόνια αργότερα άγγιξαν τα 660 εκατομμύρια.
Το 1995 η Netscape πραγματοποίησε την αρχική δημόσια προσφορά της (IPO). Η ζήτηση ήταν τόσο τεράστια που το σύστημα της αγοράς «πάγωσε» για μερικές ώρες. Η αρχική τιμή ήταν 28 δολάρια ανά μετοχή, αλλά μέσα σε λίγες ώρες πουλιόταν προς 75 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 107% σε μία μόνο ημέρα.

Αυτό ήταν το σύνθημα για την έκρηξη των IPOs. Το 1995 σημειώθηκαν περίπου 150 δημόσιες προσφορές τεχνολογικών εταιρειών, το 1996 ξεπέρασαν τις 250 και το 1999 έφτασαν στο αποκορύφωμα των 350 σε ένα μόνο έτος. Τα κεφάλαια που εισέρευσαν πολλαπλασιάστηκαν επί πέντε κατά την κορύφωση της φούσκας, για να μηδενιστούν σχεδόν μετά την κατάρρευση.
Το Μάρκετινγκ των Δημόσιων Προσφορών
Οι δημόσιες προσφορές έγιναν το απόλυτο εργαλείο μάρκετινγκ της εποχής. Μεταξύ 1990 και 1994, η μέση ηλικία των εταιρειών που έμπαιναν στο χρηματιστήριο ήταν τα 9 έτη. Μετά το Netscape, ο αριθμός αυτός έπεσε στα 5 έτη. Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το παιχνίδι με τις τιμές.
Πολλές από τις εταιρείες που ακολούθησαν ουσιαστικά χάριζαν τις μετοχές τους στην αρχική τιμή, επιτρέποντας στους πρώτους αγοραστές –συχνά υπαλλήλους, συγγενείς ή φίλους των ιδρυτών– να καταγράφουν τεράστια κέρδη με το «καλημέρα». Η μέση απόδοση της πρώτης ημέρας μειώθηκε αργότερα στο 11%, πράγμα που σήμαινε ότι οι εταιρείες πουλούσαν τις μετοχές τους κάτω από τα δύο τρίτα της πραγματικής αγοραστικής τους αξίας, τροφοδοτώντας την απληστία.
Πώς ήταν δυνατόν τόσο αδύναμες εταιρείες να εισέρχονται με επιτυχία στην αγορά; Η απάντηση κρύβεται στο άφθονο χρήμα. Στα ’90s ευθυγραμμίστηκαν τρεις παράγοντες: η οικονομία ευημερούσε και οι Αμερικανοί είχαν αποταμιεύσεις, οι προμήθειες των χρηματιστών κατέρρευσαν από το 0,9% στο 0,1% κάνοντας τις συναλλαγές εύκολες όσο η παραγγελία μιας πίτσας, και τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (Venture Capital) κατέκλυσαν την αγορά, στηρίζοντας το 60% των νέων εταιρειών.
Οι μικροεπενδυτές πίστευαν ότι αφού υπήρχαν επαγγελματίες από πίσω, τα κεφάλαιά τους ήταν ασφαλή. Δεν γνώριζαν, όμως, ότι πολλά από αυτά τα funds ήταν εξίσου άπειρα με τις νεοφυείς επιχειρήσεις που χρηματοδοτούσαν.
Η Μαθηματική Παράνοια των Αγορών
Η περίπτωση της Palm αποτελεί το τέλειο παράδειγμα της τότε παράνοιας. Η Palm ήταν το αστέρι της φούσκας, όμως τα δύο τρίτα των μετοχών της ανήκαν σε μια άλλη, μεγαλύτερη εταιρεία, την 3Com. Λογικά, η Palm θα έπρεπε να αξίζει το πολύ όσο το ποσοστό της στην 3Com.
Κι όμως, κατέληξε να αξίζει 120% περισσότερο από τη μητρική της εταιρεία. Με απλά λόγια, ένα κομμάτι της 3Com άξιζε περισσότερο από ολόκληρη την 3Com. Ένα μαθηματικό παράλογο που αποδείκνυε ότι η αγορά είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική.
Μη νομίζετε, ωστόσο, ότι οι επενδυτές ήταν απλώς αφελείς. Σύμφωνα με έρευνες της εποχής, οι μισοί από αυτούς γνώριζαν ότι αγόραζαν υπερτιμημένες μετοχές. Γιατί συνέχιζαν; Για τον ίδιο λόγο που αγοράζουμε λαχεία: επειδή τίποτα δεν βλάπτει περισσότερο την ευημερία και την κρίση ενός ανθρώπου όσο το να βλέπει τον φίλο του να πλουτίζει.
Ακόμη και ο Isaac Newton έχασε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του στη φούσκα της South Sea Company τον 18ο αιώνα, δηλώνοντας απογοητευμένος ότι μπορεί να υπολογίσει την κίνηση των άστρων, αλλά όχι την τρέλα του όχλου. Κανείς δεν ήθελε να μείνει εκτός χορού· όλοι πίστευαν ότι θα ήταν οι έξυπνοι που θα πουλούσαν στο απόγειο της φούσκας, λίγο πριν την καταστροφή.
Η Παρέμβαση της Fed και το Μιράζ των Αποδόσεων
Η φούσκα στην πραγματικότητα διήρκεσε περίπου ενάμισι με δύο χρόνια, από το 1998 έως το 2000. Οι περισσότεροι επενδυτές της δεκαετίας του ’90 τα πήγαν αρκετά καλά. Αν κάποιος είχε επενδύσει στον NASDAQ το 1996, θα είχε καταγράψει κέρδος 42% μέχρι το 2005, παρά το κραχ. Υπήρχαν φυσικά εξαιρέσεις, όπως η Cisco, η οποία από πολυτιμότερη εταιρεία στον κόσμο έχασε το 90% της αξίας της, αλλά οι περισσότεροι κολοσσοί επέστρεψαν σε υγιείς αποδόσεις μακροπρόθεσμα.
Το κρίσιμο συστατικό της ευφορίας, όμως, ήταν η πεποίθηση ότι αν τα πράγματα πήγαιναν στραβά, η κυβέρνηση θα έσπευδε να τους σώσει. Το 1996, ο πρόεδρος της Federal Reserve, Alan Greenspan, εκφώνησε μια ιστορική ομιλία αναρωτώμενος αν η αγορά οδηγούνταν από «ανορθολογική έξαρση» (irrational exuberance).
Αν και άφησε να εννοηθεί ότι η Fed θα μπορούσε να αυξήσει τα επιτόκια για να παγώσει την αγορά, οι επενδυτές δεν τον πίστεψαν. Η αγορά υποχώρησε εκείνη την ημέρα, αλλά ανέκαμψε την επόμενη. Όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση στην Ασία το 1997, ο Greenspan φοβήθηκε ότι μια αύξηση επιτοκίων θα παρέσυρε τις ΗΠΑ σε ύφεση. Έτσι, το 1998, η Fed μείωσε τα επιτόκια.
Το φθηνό χρήμα έριξε λάδι στη φωτιά: ο NASDAQ εκτοξεύθηκε κατά 1.000% μέσα σε δύο χρόνια, φτάνοντας στο μοιραίο έτος 2000.
Το Ξαφνικό Σκάσιμο και η Απαγόρευση των Σορταρισμάτων
Η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα στα μέσα του 2000. Μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου, τεχνολογικοί κολοσσοί έχασαν πάνω από τη μισή κεφαλαιοποίησή τους. Ο NASDAQ έχασε το 80% της αξίας του και χρειάστηκε 15 ολόκληρα χρόνια για να ανακάμψει. Ακόμη και το να αγοράσει κανείς αμέσως μετά την πτώση αποδείχθηκε καταστροφικό, καθώς δεκάδες εταιρείες χρεοκόπησαν οριστικά.
Γιατί όμως η έκρηξη ήταν τόσο βίαιη; Η απάντηση κρύβεται στην αδυναμία των απαισιόδοξων επενδυτών να στοιχηματίσουν κατά της αγοράς (short selling). Οι μετοχές που είχαν δοθεί σε υπαλλήλους και συγγενείς είχαν ρήτρες που απαγόρευαν την πώλησή τους για ένα συγκεκριμένο διάστημα.
Επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες μετοχές προς δανεισμό, το κόστος για να σορτάρει κανείς την αγορά ήταν απαγορευτικό. Όταν αυτές οι ρήτρες έληξαν μαζικά το 2000, οι γνώστες των εταιρειών (insiders) άρχισαν να πουλάνε μανιωδώς. Η αγορά πανικοβλήθηκε και το οικοδόμημα κατέρρευσε.
Η φούσκα τροφοδοτήθηκε από την απεριόριστη αισιοδοξία, την avalanche των άπειρων επενδυτών και τα στρεβλά κίνητρα των CEOs, των οποίων οι αμοιβές εξαρτιώνταν άμεσα από την τιμή της μετοχής.
Dot-Com και Τεχνητή Νοημοσύνη: Ιστορικό Deja Vu;
Φτάνουμε λοιπόν στο σήμερα και στο εύλογο ερώτημα: Είναι η τρέχουσα φρενίτιδα για την Τεχνητή Νοημοσύνη μια επανάληψη της φούσκας των dot-com; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Η φούσκα του 2000 οδηγήθηκε από νεοσύστατες εταιρείες χωρίς έσοδα, που χρηματοδοτούνταν από ύποπτες δημόσιες προσφορές και χρέος.
Σήμερα, οι πρωταγωνιστές της AI είναι η Google, η Meta και η Microsoft· εδραιωμένοι κολοσσοί που χρηματοδοτούν τις δισεκατομμυριούχες επενδύσεις τους με δικά τους, πραγματικά κεφάλαια. Ακόμη και νεότερες εταιρείες, όπως η OpenAI και η Anthropic, συνδέονται στενά με αυτούς τους γίγαντες και τα έσοδά τους αναπτύσσονται με σοβαρούς ρυθμούς.
Επιπλέον, το προφίλ των επενδυτών έχει αλλάξει. Πριν από λίγο καιρό, είδαμε τις μετοχές της Google και της Amazon να υποχωρούν επειδή οι μέτοχοί τους φοβήθηκαν ότι επενδύουν υπερβολικά πολλά στην AI, ζητώντας αυτοσυγκράτηση – κάτι αδιανόητο για το 1999. Σήμερα, επίσης, το σορτάρισμα είναι εξαιρετικά εύκολο μέσω παραγώγων και ETFs, επιτρέποντας στις επικριτικές φωνές να εξισορροπούν την αγορά.
Ακόμη κι αν η AI αποδειχθεί τελικά φούσκα, οι μακροοικονομικές συνέπειες της dot-com κατάρρευσης ήταν περιορισμένες, διαρκώντας μόλις 8 μήνες. Μεγάλο μέρος εκείνων των κεφαλαίων χρηματοδότησε υποδομές που επέτρεψαν σε εταιρείες όπως η Amazon και η eBay να κυριαρχήσουν αργότερα. Αν η ιστορία επαναληφθεί με τον ίδιο δημιουργικό τρόπο, τότε η αγορά δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.
