Εντατικοποιούνται οι έρευνες γύρω από την υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, ο οποίος κατηγορείται για υπεξαίρεση μνημείων και διακίνηση πλαστών έργων τέχνης μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών.
Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, έπειτα από καταγγελία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έκανε λόγο για οργανωμένη και διαρκή προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού. Η καταγγελία περιλάμβανε φωτογραφίες και συνδέσμους από εκπομπές συγκεκριμένης γκαλερί, όπου παρουσιάζονταν πίνακες ως έργα γνωστών ζωγράφων. Στις 19 Μαρτίου, η υπόθεση έλαβε νέα διάσταση με επιπρόσθετες καταγγελίες από Κύπριο βυζαντινολόγο και τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε ένα Ευαγγέλιο του 1745, με εκτιμώμενη αξία 8.000 έως 12.000 ευρώ, για το οποίο φέρεται να είχε εκπονηθεί μελέτη που κατέληγε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο συλλεκτικό τεκμήριο.
Ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος, δήλωσε στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» ότι ο ίδιος διαπίστωσε την πώληση ενός «καταφανώς πλαστού» έργου του Φασιανού. Όντας δικηγόρος του Φασιανού επί 35 χρόνια, αναγνώρισε την πλαστότητα του έργου και της υπογραφής, η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη χήρα του ζωγράφου, Μαρίζα Φασιανού. Τόνισε πως τα πλαστά έργα πωλούνται συνήθως σε χαμηλότερες τιμές, προσελκύοντας αγοραστές που αναζητούν «ευκαιρίες», κάτι που δεν υφίσταται στην τέχνη για γνήσια έργα.
Ο κ. Οικονομόπουλος αναφέρθηκε στον νόμο 5271/2026, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιανουαρίου 2026 και προβλέπει αυστηρές ποινές. Πλέον, τιμωρείται όχι μόνο η οικονομική ζημία από την αγορά πλαστού έργου, αλλά και η απλή έκθεση, διακίνηση, διάθεση, κατοχή ή αποδοχή της κατοχής του με σκοπό παραπλάνησης. Ο δόλος, ακόμα και ενδεχόμενος, καθιστά τον κάτοχο ποινικά υπεύθυνο για πλημμέλημα ή ακόμα και κακούργημα, αν η πράξη τελείται κατ’ επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα, όπως στην περίπτωση των 320 έργων που αναφέρονται στην υπόθεση. Σημείωσε επίσης ότι το Ευαγγέλιο, ως μνημείο, υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του νόμου 4858/2021 για την πολιτιστική κληρονομιά. Η διαπίστωση της πλαστότητας των έργων τέχνης γίνεται από Ιστορικούς Τέχνης, μέσω ιστορικής τεχνοτροπικής ανάλυσης, σύγκρισης με άλλα έργα και φυσικοχημικής έρευνας.
Ο Σταύρος Μπαλάσκας, αναλυτής αστυνομικών υποθέσεων, ανέφερε ότι ο γκαλερίστας κατηγορείται πλέον για κακουργηματικές διατάξεις του ποινικού κώδικα, ενώ συνεχίζονται οι καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένης μίας από τη συλλέκτρια Λόλα Νταϊφά για κλεμμένα αντικείμενα. Σημείωσε ότι ο άνθρωπος κατηγορείται ακόμα και για την κατοχή κλεμμένων ειδών, κάτι που αποτελεί σοβαρή παράβαση.
Η Λόλα Νταϊφά περιέγραψε στο MEGA την περιπέτειά της, όταν είδε τα κλεμμένα κοσμήματά της να πωλούνται σε τηλεοπτική εκπομπή του γκαλερίστα, οκτώ μήνες μετά την κλοπή. Μετά από επικοινωνία με την αστυνομία, αντιμετώπισε τον γκαλερίστα, ο οποίος αρνήθηκε ότι τα κοσμήματα ήταν δικά της, ισχυριζόμενος ότι τα είχε αποκτήσει από ηλικιωμένο κύριο. Η κ. Νταϊφά διευκρίνισε ότι τα συγκεκριμένα σκουλαρίκια τα είχε παραγγείλει με δικό της σχέδιο, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από το χρυσοχοείο στην αστυνομία. Παρά τις νομικές της κινήσεις, δεν κατάφερε να τα ανακτήσει. Σε μεταγενέστερο πλειστηριασμό, είδε ξανά τα σκουλαρίκια και πλειοδότησε η ίδια, οδηγώντας την τιμή πάνω από την πραγματική τους αξία, για να ενημερωθεί τελικά από τη γκαλερί ότι τα σκουλαρίκια βρίσκονταν στην κατοχή της αστυνομίας.
Ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης σχολίασε ότι η νόμιμη κατοχή του Ευαγγελίου προϋποθέτει δήλωση στην Εφορεία Αρχαιοτήτων. Εξέφρασε επίσης ερωτήματα για το πώς ένα Ευαγγέλιο που φιλοτεχνήθηκε στη Βενετία από Ηπειρώτες τυπογράφους βρέθηκε στην κατοχή ιδιώτη, τονίζοντας την ανάγκη να αποδειχθεί η διαδρομή του αντικειμένου.

