ΣτΕ: Όχι στην επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού – Οι δημοσιονομικοί λόγοι

Το ΣτΕ με την απόφαση 1201/2026 απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου για την επαναφορά των δώρων εορτών και άδειας, επικαλούμενο δημοσιονομικούς λόγους και την αρχή της ισότητας.

ΣτΕ: Όχι στην επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού – Οι δημοσιονομικοί λόγοι
Το κτίριο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.
Το κτίριο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου που ζητούσε την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και άδειας, γνωστών ως 13ος και 14ος μισθός. Η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου με την απόφαση 1201/2026 έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη επαναφέροντας τα συγκεκριμένα επιδόματα, τα οποία είχαν καταργηθεί με τον ν. 4093/2012.

σχετικά άρθρα

Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης που προβλέπεται από τον ν. 3900/2010. Ο ενάγων υπάλληλος προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος, για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως την 31η Δεκεμβρίου 2024. Η ΑΔΕΔΥ είχε παρέμβει υπέρ του ενάγοντος κατά τη διαδικασία.

Το σκεπτικό για την Οδηγία 2022/2041 της ΕΕ

Ο ενάγων επικαλέστηκε τη μη μεταφορά ή την πλημμελή μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΣτΕ αποσαφήνισε ότι η επίκληση της Οδηγίας μπορεί να γίνει μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή του στις 11 Νοεμβρίου 2025, έκρινε ότι η επάρκεια του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια και ότι το ζήτημα των αποδοχών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Το ΔΕΕ ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας που δέσμευε τα κράτη-μέλη να συμπεριλάβουν συγκεκριμένα κριτήρια στον καθορισμό των κατώτατων μισθών. Το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία δεν παρείχε σε ιδιώτες δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο και ότι ούτε ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ σε θέματα αμοιβών.

Η δημοσιονομική σκοπιά και η ευθύνη του νομοθέτη

Το ΣτΕ έλαβε υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, καθώς και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης. Το δικαστήριο εξέτασε επίσης στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το όριο φτώχειας.

Το ΣτΕ προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των μισθολογικών ρυθμίσεων των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον ν. 4354/2015. Το δικαστήριο εκτίμησε την πρόσθετη πάγια ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση που θα προκαλούσε η χορήγηση δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους. Έκρινε ότι οι ρυθμίσεις του μισθολογικού καθεστώτος αποτελούν μέρος ενός συνόλου πολιτικών που ιεραρχούνται και αποτιμώνται στα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, με την επιβάρυνση να κινείται εντός των δημοσιονομικών ορίων.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η διαχρονική στάση του νομοθέτη δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας. Δεν προέκυψε ότι η μη χορήγηση των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των μισθοδοτούμενων.

Η αρχή της ισότητας και η διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα

Το ΣτΕ απέρριψε την αγωγή και ως προς την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041. Το δικαστήριο επικαλέστηκε τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας. Έκρινε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν βρίσκονται υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα η μη πρόβλεψη των επιδομάτων να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας.

Ως επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, το ΣτΕ αναγνώρισε το γεγονός ότι η διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων έχει άμεσες επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους. Ωστόσο, για το ζήτημα της παράβασης της αρχής της ισότητας, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του δικαστηρίου.

Η κατάληξη της υπόθεσης

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού έλυσε τα ζητήματα της πρότυπης δίκης, κράτησε την υπόθεση, την εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή του δημοσίου υπαλλήλου. Η απόφαση αυτή αποτελεί οριστική κρίση επί του ζητήματος της επαναφοράς των δώρων εορτών και άδειας στο Δημόσιο.