ΟΣΕ: «Έτη φωτός μπροστά» στα λόγια, χωρίς Έγκριση Ασφάλειας στην πράξη – Λειτουργεί με ληγμένη πιστοποίηση από τις 3 Οκτωβρίου. Η ΡΑΣ την παρέτεινε με «αόρατο» άρθρο
Σοβαρές αποκαλύψεις για τον ΟΣΕ: Λειτουργεί με ληγμένη Έγκριση Ασφάλειας από τις 3 Οκτωβρίου – Η ΡΑΣ παρέτεινε την πιστοποίηση με «αόρατο» άρθρο, την ώρα που ο αντιπρόεδρός της μιλούσε για «έτη φωτός μπροστά»
Ο ΟΣΕ λειτουργεί με ληγμένη Έγκριση Ασφάλειας από το περασμένο Σάββατο. Η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) δεν ανανέωσε την πενταετή έγκριση που έληξε στις 3 Οκτωβρίου 2026. Επικαλέστηκε την ανάγκη «πληρέστερης αναλυτικής αξιολόγησης». Την προηγούμενη ημέρα, ο αντιπρόεδρος της ΡΑΣ, Μιχάλης Χρυσομάλλης, εκθείαζε το «σχέδιο διαχείρισης ασφάλειας του σιδηροδρόμου» ως «έτη φωτός μπροστά».
Ο ΟΣΕ, που πλέον ονομάζεται «Σιδηρόδρομοι Ελλάδος», οφείλει να διαθέτει σε ισχύ Έγκριση Ασφάλειας. Αυτό ισχύει για κάθε εταιρεία που διαχειρίζεται σιδηροδρομική υποδομή στην Ευρώπη. Η έγκριση πιστοποιεί ότι εφαρμόζεται σχέδιο διαχείρισης ασφάλειας (ΣΔΑ). Το σχέδιο πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες κυκλοφορίας και να αποτρέπει κάθε πιθανό κίνδυνο. Στην Ελλάδα, η έγκριση χορηγείται από τη ΡΑΣ έπειτα από αίτηση του ΟΣΕ.
Το χρονικό της καθυστέρησης
Η Έγκριση Ασφάλειας EL 21 2021 0001 είχε χορηγηθεί στις 4 Οκτωβρίου 2021. Η διάρκειά της έληξε στις 3 Οκτωβρίου 2026. Από τον Ιανουάριο του 2026, η ΡΑΣ έστελνε υπομνήσεις στον ΟΣΕ. Στάλθηκαν συνολικά τρεις: τον Ιανουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο. Η αίτηση του ΟΣΕ κατατέθηκε τελικά στις 30 Ιουνίου 2026. Τον Ιούλιο ολοκληρώθηκε η αρχική αξιολόγηση. Ξεκίνησε η αναλυτική αξιολόγηση, που εντόπισε «προβληματικά σημεία». Ο ΟΣΕ κατέθεσε σχέδιο δράσης για την αντιμετώπισή τους. Αυτό έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Τότε έμεναν λίγα 24ωρα πριν λήξει η έγκριση.
Το «έτη φωτός μπροστά» και η παράταση
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ο κ. Χρυσομάλλης συμμετείχε σε πάνελ του Συνεδρίου Μεταφορών ITC στην Αθήνα. Εκεί εκθείασε το «πενταετές σχέδιο διαχείρισης ασφάλειας του σιδηροδρόμου». Το χαρακτήρισε «έτη φωτός μπροστά». Την επόμενη ημέρα, 1η Οκτωβρίου 2026, συνεδρίασε η Ολομέλεια της ΡΑΣ υπό τον ίδιο αντιπρόεδρο. Αποφάσισε να παρατείνει τη ληγμένη Έγκριση Ασφάλειας έως τις 29 Ιανουαρίου 2027. Στόχος, όπως αναφέρεται, είναι «η ολοκλήρωση μιας πληρέστερης αναλυτικής αξιολόγησης». Παράλληλα, η διαβούλευση με τον Διαχειριστή Υποδομής και η έγκριση τελικού σχεδίου δράσης.
Το «αόρατο» άρθρο
Το παράδοξο είναι ότι η ΡΑΣ παρατείνει τη ληγμένη έγκριση επικαλούμενη το άρθρο 64 του νόμου 4632/2019. Σε αυτό το άρθρο, όμως, πουθενά δεν γίνεται λόγος για δυνατότητα παράτασης. Επικαλείται επίσης τη Σύσταση 2019/780 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν πρόκειται για αυστηρά νομοθετικό κείμενο. Σε αυτήν προβλέπεται παράταση της έγκρισης. Ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή «μέτρων έκτακτης ανάγκης». Όπως αναφέρεται: «Εάν ανακύψουν ανησυχίες ότι η αίτηση θα μπορούσε να απορριφθεί ή ότι θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος από την επιτρεπόμενη προθεσμία, η Εθνική Αρχή Ασφάλειας μπορεί να εξετάσει πιθανά μέτρα έκτακτης ανάγκης».
Τέτοια μέτρα μπορεί να είναι η μείωση της ανώτατης ταχύτητας των συρμών. Επίσης, η αυξημένη στελέχωση με σταθμάρχες και μηχανοδηγούς. Ακόμη, η συρρίκνωση των δρομολογίων. Υπενθυμίζεται ότι «έκτακτα μέτρα» είχαν ζητήσει πρόσφατα από τη ΡΑΣ συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών. Δεν εισακούστηκαν, μετά τις διαπιστώσεις για την προβληματική πυραντοχή των καθισμάτων.
Η αντίφαση της κυβέρνησης
Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης θα έπλητταν το επικοινωνιακό αφήγημα της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση υποστηρίζει δημόσια ότι πασχίζει για έναν ελληνικό σιδηρόδρομο «έτη φωτός μπροστά». Στην πράξη, ο σιδηρόδρομος παραμένει βουτηγμένος στην αναξιοπιστία. Στερείται μιας βασικής δικλίδας: της πανευρωπαϊκά θεσμοθετημένης Έγκρισης Ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, διαφημίζεται ως ελληνική «δικλίδα ασφαλείας» το railway.gov.gr. Αυτό εντοπίζει δορυφορικά την κίνηση των ελάχιστων τρένων που συνεχίζουν να κινούνται στο δίκτυο. Η αντίφαση είναι προφανής. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών, το σύστημα διοίκησης δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά του εντός χρονοδιαγράμματος. Η ασφάλεια των πολιτών παραμένει ζητούμενο.
