Ο καθ’ ομολογίαν δράστης του φόνου Λεβεντάκη οδηγείται στα Χανιά
Ο καθ’ ομολογίαν δράστης της δολοφονίας της Σταυρούλας Λεβεντάκη οδηγήθηκε το πρωί της Τρίτης στα δικαστήρια Χανίων, προκειμένου να απολογηθεί για την υπόθεση. Κατά την άφιξή του στο δικαστικό μέγαρο, συγγενείς και φίλοι της 45χρονης συγκεντρώθηκαν, εκφράζοντας την οργή τους με φωνές.

Νέες εξελίξεις στην υπόθεση
Είκοσι έξι ημέρες μετά το έγκλημα, οι Αρχές συνεχίζουν τις έρευνες, εστιάζοντας στην ανεύρεση ενός σημειωματάριου της δολοφονημένης γυναίκας, στο οποίο φέρεται να κατέγραφε προσωπικές σκέψεις. Ο 43χρονος κατηγορούμενος αναμένεται να απολογηθεί ενώπιον του ανακριτή, ενώ οι αστυνομικοί εξετάζουν τους ισχυρισμούς του, προσπαθώντας να διαλευκάνουν κάθε πτυχή της υπόθεσης. Μεταξύ των ερωτημάτων είναι αν το έγκλημα ήταν προμελετημένο και αν έχει αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.
Ο κατηγορούμενος δήλωσε: «Είμαι περιστασιακός χρήστης κάνναβης και την ημέρα του περιστατικού είχα καπνίσει ένα τσιγάρο μετά τη δουλειά. Πιστεύω ότι είναι η αιτία που έχασα το μυαλό μου διότι δε μου έχει ξανά συμβεί».
Σε αποσπάσματα της ομολογίας του, ο 43χρονος περιγράφει τη γνωριμία του με τη Σταυρούλα Λεβεντάκη και τις ενέργειές του μετά την πράξη. Ανέφερε ότι δεν αποκάλυψε τίποτα στη σύζυγό του και προχώρησε σε δύο αναλήψεις χρημάτων χρησιμοποιώντας τις τραπεζικές κάρτες της 45χρονης. Την επόμενη ημέρα, επισκέφθηκε φίλο του, προσπαθώντας να διατηρήσει μια εικόνα φυσιολογικότητας.
Ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Γύρισα σπίτι και καθάρισα τις τελευταίες κηλίδες αίματος που είχαν δημιουργηθεί κατά τη μεταφορά του πτώματος στο βαν. Πήρα το λευκό βανάκι μου και πήγα να κάνω μια δουλειά με μπάζα για να μην δώσω στόχο. Αγόρασα γλυκά και πήγα στο σπίτι του φίλου μου για να φάμε γιατί με είχε καλέσει. Πήγα παρόλο που ήμουν χάλια ψυχολογικά για να μην κινήσω υποψίες».
Οι συγγενείς της Σταυρούλας απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του δράστη περί παράνομης σχέσης, χαρακτηρίζοντάς τους ψευδείς. Ο κατηγορούμενος περιέγραψε τη Σταυρούλα ως δύστροπη και ιδιαίτερα προσεκτική στα οικονομικά της. Το σημειωματάριό της, όπου κατέγραφε λεπτομέρειες, δεν έχει εντοπιστεί. Ενώ η σπιτονοικοκυρά της ανέφερε οικογενειακές διαφωνίες για οικονομικά ζητήματα, ο αδερφός της Σταυρούλας διέψευσε κατηγορηματικά αυτές τις αναφορές.
Οι ενέργειες μετά το συμβάν
Μετά το έγκλημα, ο 43χρονος φέρεται να προσπάθησε να αποπροσανατολίσει τις Αρχές και να εξαφανίσει τα ίχνη. «Την μετέφερα στην άκρη του υπνοδωματίου και ξεκίνησα να σφουγγαρίζω. Χρησιμοποίησα σφουγγαρίστρα, χλωρίνη και φαράσι με σκούπα και κάθε φορά άλλαζα το νερό πετώντας την ντουζιέρα χρησιμοποιώντας χλωρίνη και αρωματικό», ανέφερε.
Στη συνέχεια, όπως δήλωσε, έκανε δύο αναλήψεις από ΑΤΜ με τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας. «Εκεί στο πάτωμα δίπλα της είχαν πέσει δύο τραπεζικές κάρτες ανάληψης. Στη μία κάρτα είχε πάνω γραμμένο το pin. Πήρα τις κάρτες και περί ώρα 17:00 ή 17:30 πήγα σε ΑΤΜ και έβγαλα 1.000 ευρώ».
Το ίδιο βράδυ, ο δράστης συνομιλούσε με τη σύζυγό του μέσω βιντεοκλήσης. «Κατά τις 21:00 κάναμε βίντεοκλήση με τη γυναίκα μου. Δεν της είπα τίποτα. Κατά τις 22:00 πήρα μια σακούλα με αντικείμενα και τα πέταξα σε κάδους στην περιοχή του Γαλατά. Πήγα σε ΑΤΜ και έβγαλα 800 ευρώ από τη δεύτερη κάρτα της».
Σύμφωνα με τον Γιώργο Καλλιακμάνη, ο 43χρονος γνώριζε την κρισιμότητα των πρώτων ημερών μετά το συμβάν και επιχείρησε να παραπλανήσει τις Αρχές. Ωστόσο, η αστυνομική έρευνα οδήγησε στην αποκάλυψη της αλήθειας. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τη δολοφονία, ενώ οι συγγενείς της Σταυρούλας ζητούν την επιβολή της δικαιοσύνης.
